26/2/14

ΣτΕ 761/2014 7μ (Β΄): Ερμηνεία διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί φορολογικών προσφυγών (δημοτικά τέλη κλπ)

Με την 761/2014 απόφαση του Β΄ Τμήματος (7μελούς) επί προδικαστικών ερωτημάτων (αρθ.1 παρ.2 ν.3900/2010), επιλύονται ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το ν.3900/2010, ως εξής:

(1) Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περιπτ. β΄ του ΚΔΔ καταλαμβάνει και υποθέσεις περί επιβολής δημοτικών τελών και συναφών προστίμων, όπως η υπό κρίση, ανεξαρτήτως του κατά πόσο το τέλος το οποίο αφορούν συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος ή οικονομικό βάρος με χαρακτήρα ανταλλάγματος ή αποζημίωσης. [αφορά τη ρύθμιση αρμοδιότητας στις φορολογικές προσφυγές μεταξύ ΔΠΡ και ΔΕΦ]
 (2) Η διάταξη της παραγράφου 3 άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, η οποία εφαρμόζεται και επί προσφυγών κατά πράξεων επιβολής δημοτικών τελών κοινοχρήστων χώρων και συναφών προστίμων, όπως εν προκειμένω, δεν είναι αντίθετη στα άρθρα 4 (παρ. 1), 20 (παρ. 1) και 25 (παρ. 1 εδαφ. δ΄) του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 (παρ. 1) της ΕΣΔΑ.
 (3) Κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η δε πρώτη εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, όταν, όπως εν προκειμένω, δεν ανακύπτει εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς και, περαιτέρω, του οφειλόμενου παραβόλου, αυτό υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ και ο προσφεύγων το κατέβαλε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και χωρίς να έχει προσκομισθεί το προβλεπόμενο ειδικό σημείωμα της αρμόδιας φορολογικής αρχής περί υπολογισμού του ποσού του παραβόλου, εφόσον δε συντρέξει περίπτωση, καταλογίζει το επιπλέον (πέραν των 3.000 ευρώ) οφειλόμενο παράβολο με την οριστική του απόφαση επί της προσφυγής.
 (4) Κατά την έννοια του άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, για την εφαρμογή του άρθρου 277 παρ. 3 του ΚΔΔ σε υπόθεση, όπως η υπό κρίση, που αφορά στην επιβολή φόρου ή τέλους και συναφούς προστίμου, το αντικείμενο της διαφοράς καθορίζεται με βάση το ποσό του αμφισβητούμενου φόρου ή τέλους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και το ποσό του σχετικού προστίμου
(5) Κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 126 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3900/2010, το οποίο εφαρμόζεται και επί προσφυγών κατά πράξεων επιβολής δημοτικών τελών κοινοχρήστων χώρων και συναφών προστίμων, όπως εν προκειμένω, η παράλειψη τήρησης εκ μέρους του προσφεύγοντος της υποχρέωσης επίδοσης επικυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στην καθ’ ης αρχή άγει σε απαράδεκτο της προσφυγής μόνον εφόσον η αρχή αυτή δεν έλαβε πράγματι εγκαίρως γνώση της προσφυγής, με συνέπεια να μην μπορέσει να ανταποκριθεί στην κατά το άρθρο 129 του ΚΔΔ υποχρέωσή της και να αμυνθεί όπως πρέπει. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ενημέρωση της αρχής εξασφαλίζεται εγκαίρως με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την εμπρόθεσμη κατάθεση κυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στο πρωτόκολλό της, ή ακόμη και σε περίπτωση, όπως η κρινόμενη, όπου το καθ’ ού η προσφυγή δεν επικαλείται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι έχει υποστεί σχετική δικονομική βλάβη, η ασκηθείσα προσφυγή δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ερμηνευόμενη υπό την έννοια αυτή, η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι δε σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αναλογικότητας.

http://www.ste.gr/portal/page/portal/StE/ProsfatesApofaseis#a304

11/3/13

Άρση δικαστικής απέλασης αλλοδαπού

Με το άρθρο 110 του Ν 4055/2012, δίνεται μια λύση στο πρόβλημα των αλλοδαπών που έχουν απελαθεί με Δικαστικές απελάσεις.
έτσι, είναι πλέον δυνατή υπό προϋποθέσεις η άρση της δικαστικής απέλασης, η οποία πολές φορές ήταν και ισόβια.
 
 
4. Απελάσεις που επιβλήθηκαν με βάση ποινή φυλάκισης μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος 
νόμου, παράγουν αποτελέσματα και αποκλείουν την είσοδο των αλλοδαπών που απελάθηκαν για 
χρονικό διάστημα πέντε ετών από την εκτέλεση της απέλασης. Για τις απελάσεις που επιβλήθηκαν 
με βάση ποινή κάθειρξης μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, το χρονικό διάστημα 
ισχύος της απαγόρευσης εισόδου του αλλοδαπού στη χώρα καθορίζεται από το συμβούλιο 
πλημμελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, ύστερα από αίτηση του 
απελαθέντα που υποβάλλεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 74 παρ. 3 του Π.Κ., όπως 
τροποποιήθηκε με τον παρόντα νόμο.

 5. Η εκτέλεση απελάσεων που έχουν επιβληθεί, έως την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, με 
βάση ποινή φυλάκισης, αναστέλλεται υποχρεωτικά εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν 
πραγματοποιηθεί εντός τριάντα ημερών από τότε που διαταχθεί η απόλυση υπό όρους του 
κρατούμενου αλλοδαπού ή που εκτιθεί πλήρως ή χαριστεί η ποινή του.

 Εάν οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται ήδη κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ή 
εάν πρόκειται περί αλλοδαπών κρατουμένων των οποίων η ποινή έχει ανασταλεί κατ` άρθρο 99 
παρ. 1 του Π.Κ., όπως ίσχυε έως τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού, ή κατ` άρθρο 100 του Π.Κ. ή 
κατ` άρθρο 100Α του Π.Κ., όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του από το άρθρο 34 περίπτωση β` 
του ν. 3904/2010 (Α`218) και εφόσον πληρούνται οι τεθέντες από το Δικαστήριο όροι, η αναστολή 
επέρχεται, εάν δεν εκτελεστεί η απέλαση μέσα σε τριάντα ημέρες από την έναρξη της ισχύος του 
νόμου αυτού.

 Η αναστολή διατάσσεται για διάστημα ενός έτους, που μπορεί να παρατείνεται για ίσο χρονικό 
διάστημα εφόσον εξακολουθεί να είναι ανέφικτη η απέλαση, από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών 
του τόπου κράτησης, υπό τον όρο της εμφάνισης του απολυόμενου μέσα στο πρώτο πενθήμερο 
κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα διαμονής του. Στους απολυόμενους αλλοδαπούς μπορεί να 
επιτραπεί η εργασία υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 37 του ν. 
3907/2011 για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της απέλασης τους.

 Εάν κατά την αιτιολογημένη γνώμη της αστυνομικής αρχής Π απέλαση οποιουδήποτε από τους 
απολυόμενους αλλοδαπούς καταστεί οποτεδήποτε εφικτή, με διάταξη του εισαγγελέα 
πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης ανακαλείται η χορηγηθείσα αναστολή και διατάσσεται η 
κράτηση του αλλοδαπού για χρονικό διάστημα το πολύ δεκαπέντε (15) ημερών προς 
πραγματοποίηση της απέλασης.

21/9/10

Απόφαση Ασφαλιστικών Μέτρων που δικαιώνει συμβασιούχους με stage

Tο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την απόφασή του με αρ. 6920/2010, υποχρέωσε δημόσιο φορέα να διατηρήσει στις υπηρεσίες του -προσωρινά μέχρι την εκδίκαση σχετικής αγωγής- εργαζομένους οι οποίοι ως πρόσφατα απασχολούνταν υπό καθεστώς stage.

Η απόφαση υπάρχει ΕΔΩ.

16/1/10

Αναγνώριση Αλβανικών δικαστικών αποφάσεων

Πολλές φορές χρειάζεται δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί στην Αλβανία (πχ απόφαση διαζυγίου) να αποκτήσει ισχύ και στην Ελλάδα. Ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 905-906ΚΠολΔικ στο Μονομελές Πρωτοδικείο με την εκούσια διαδικασία (σχετικό υπόδειγμα από ΕΔΩ).
Το ενδιαφέρον είναι ότι αναφορικά με Αλβανικές αποφάσεις, εφαρμόζονται και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 23 κ.επ. του Νόμου 2311/1995 που κύρωσε τη "Σύμβαση δικαστικής αρωγής Ελλάδας-Αλβανίας". Ενδιαφέρον έχει το ότι η διεθνής σύμβαση αυτή αναφέρει ότι δεν αναγνωρίζονται ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις, όταν ο αντίδικος έχει κλητευθεί με θυροκόλληση !

Νόμος 2311/1995 "Σύμβαση δικαστικής αρωγής Ελλάδας-Αλβανίας"
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

`Αρθρο 23
Αποφάσεις υποκείμενες σε αναγνώριση και εκτέλεση
1. Υπό τους όρους που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση, το Συμβαλλόμενο Μέρη θα αναγνωρίζουν και θα εκτελούν στο έδαφός τους τις ακόλουθες αποφάσεις που εκδόθηκαν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
α) αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με αστικές, οικογενειακές και εμπορικές υποθέσεις,
β) αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με ποινικές υποθέσεις σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις για αποζημίωση,
γ) διαιτητικές αποφάσεις
2. Συμβιβασμοί που συμφωνήθηκαν ενώπιον δικαστηρίων και επικυρώθηκαν από αυτά εξομοιώνονται με τις δικαστικές αποφάσεις της παραγράφου 1.

Αρθρο 24
Προϋποθέσεις αναγνωρίσεως και εκτελέσεως
Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23 θα αναγνωρίζονται και θα εκτελούνται, αν πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Αν κατά τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, η τελευταία αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου και είναι εκτελεστή.
β) Αν κατά τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου ζητείται η εκτέλεση, το δικαστήριο του Μέρους αυτού δεν είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση.
γ) Αν ο διάδικος που ερημοδίκησε και που δεν μετέσχε στη διαδικασία είχε κληθεί εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο ή αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε και που δεν είχε την ικανότητα να παρίσταται σε δικαστήριο μπόρεσε να αντιπροσωπευθεί νόμιμα. Η κλήση με θυροκόλληση δεν θα λαμβάνεται υπόψη.
δ) Αν η απόφαση δεν είναι αντίθετη με προηγούμενη απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μεταξύ των ίδιων Μερών, σχετικά με το ίδιο αντικείμενο και επί της ίδιας ουσίας κοι που εκδόθηκε από δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί ή εκτελεσθεί ή αν καμιά αγωγή δεν έχει εγερθεί προηγούμενα ενώπιον του δικαστηρίου του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους για την ίδια υπόθεση.
ε) Αν η αναγνώριση και η εκτέλεση της αποφάσεως δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή προς τις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να λάβουν χώρα η αναγνώριση και η εκτέλεση της απόφασης.

Αρθρο 25
Διαιτητικές αποφάσεις
1. Για την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συμβάσεως που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 10 Ιουνίου 1958.
2. Σε περίπτωση διεξαγωγής δίκης που το αντικείμενό της, κατά τη θέληση των διαδίκων, διέπεται από ρήτρα διαιτησίας, το δικαστήριο διατάσσει τα Μέρη να προσφύγουν στο διαιτητικό όργανο.

Αρθρο 26
`Εγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση εκτελέσεως
1. Η σχετική με την εκτέλεση της αποφάσεως αίτηση μπορεί να υποβληθεί απευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να εκτελεσθεί η απόφαση, αλλά μπορεί επίσης να κατατεθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση πρωτόδικα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αίτηση διαβιβάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Η αίτηση πρέπει να αυνοδεύεται:
α) Από την απάφαση ή από κυρωμένο αντίγραφό της, καθώς και από έγγραφο που να πιστοποιεί ότι η απόφαση έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και είναι εκτελεστή, εκτός αν αυτό προκύπτει από την ίδια την απόφαση.
β) Από πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι ο διάδικος που ερημοδίκησε και που δεν μετέσχε στη διαδικασία εκλήθη εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο και ότι, στην περίπτωση που δεν είχε την ικανάτητα να παρίσταται σε δικαστήριο, αντιπροσωπεύθηκε νόμιμα.
γ) Από κυρωμένη μετάφραση των εγγράφων που προβλέπονται από τα εδάφια α` και β` σε μια από τις γλώσσες που προβλέπονται από το άρθρο 17 της παρούσας Συμβάσεως.
3. Σε περίπτωση διαιτητικής αποφάσεως, εκτός από τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται απά κυρωμένο αντίγραφο της ρήτρας διαιτησίας, καθώς επίσης και από κυρωμένη μετάφραση της ρήτρας αυτής και κόθε άλλου σχετικού εγγράφου, σε μια από τις γλώσσες που προβλέπονται από το άρθρο 17 της παρούσας Συμβάσεως.

Αρθρο 27
Εφαρμοστέο δίκαιο
1. Το δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να εκτελεσθεί η απόφαση, θα την εκτελέσει σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.
2. Το δικαστήριο που αποφασίζει για τη σχετική με την εκτέλεση αίτηση περιορίζεται στη διαπίστωση της συνδρομής των όρων που κοθορίζονται στο άρθρα 24, 25 κοι 26 της παρούσας Συμβάσεως.
3. Ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις που επιτρέπονται από τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους, το δικαστήριο του οποίου εξέδωσε την απόφαση.

Αρθρο 28
Αποφάσεις σχετικές με τα δικαστικά έξοδα
1. Αν ο διάδικος που εξαιρέθηκε, κατά τους όρους του άρθρου 18 της πορούσας Συμβάσεως, από την εγγυοδοσία αλλοδαπού καταδικάσθηκε με οριστική απόφαση του δικαστηρίου του ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη ατα δικαστικά έξοδα, η απάφαση αυτή θα εκτελεσθεί, έπειτα απά αίτηση του έχοντος δικαίωμα, ανέξοδα στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Το δικαστήριο που αποφασίζει για την εκτέλεση της αποφάσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, περιορίζεται να διαπιστώσει αν η σχετική με τα δικαστικά έξοδα απόφαση έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και είναι εκτελεστή.
3. Οι διατάξεις του άρθρου 26 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που αναφέρονται στα δικαστικά έξοδα.

`Αρθρο 29
Πεδίο εφαρμογής
Οι αποφάσεις, που προβλέπονται απά το άρθρο 23 και που ανταποκρίνονται στους όρους των άρθρων 24, 25 και 26 της παρούσας Συμβάσεως, θα αναγνωρίζονται και εκτελούνται, εφόσον έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και έχουν κηρυχθεί εκτελεστές μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμβάσεως.

6/1/10

Κατάτμηση σε μη άρτια οικόπεδα με έκτακτη χρησικτησία

Στην απόφαση ΑΠ 696/2009, γίνεται δεκτό, πως είναι δυνατή κατάτμηση οικοπέδου σε μη άρτια τμήματα, εφόσον αυτά τα μικρότερα τμήματα αποκτήθηκαν με έκτακτη χρησικτησία (πχ κατόπιν άτυπης διανομής):

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948, η οποία είχε καταργηθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, αλλά επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 του ν. 651/1977 (άρθρο 417 παρ. 1 του Π.Δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο, είτε κατά το βάθος, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (παρ. 4 άρθρου 417 του Π.Δ. της 14/27-7-1999) κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας που απαγορεύεται από την προηγούμενη παράγραφο είναι αυτοδικαίως και εξυπαρχής απολύτως άκυρη. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδου, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα. Συνεπώς, δεν απαγορεύεται και δεν είναι άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο το οποίο είναι ήδη μη άρτιο, ούτε αποκλείεται η απόκτηση κυριότητας σε τμήμα οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, έστω και αν αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία οικοπέδου μη αρτίου (ΑΠ 982/2007, ΑΠ 894/2001).

23/10/09

Μετατροπή ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία 2

Στις 21-5-2009, εκδόθηκε η πρώτη απόφαση μετατροπής ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου.

Στην εν λόγω απόφαση, είναι σημαντικό να τονισθεί ότι το Δικαστήριο αποφάσισε κάθε ημέρα φυλάκισης να μετατραπεί προς 2 ώρες εργασίας (αντί των 4 ωρών που προβλέπεται κατά κανόνα από το άρθρο 86 του Ποινικού Κώδικα) λόγω των οικογενειακών υποχρεώσεων του καταδικασθέντος.

Πρόκειται για την με αρ. 510/2009 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Σύρου.

Τον πίνακα φορέων που συμμετέχουν στην εφαρμογή του θεσμού παροχής κοινωφελούς εργασίας πανελλαδικά, θα τον βρείτε ΕΔΩ.

9/5/09

Μόνο τοπικά διορισμένος δικηγόρος μπορεί να καταθέτει δικόγραφα ΚΑΙ στα Διοικητικά Δικαστήρια

Με την με αρ. απόφαση 1558/2008, το ΣτΕ έκρινε ότι και στα Διοικητικά Δικαστήρια, τα δικόγραφα πρέπει να προσυπογράφονται από δικηγόρους που είναι διορισμένοι στην περιφέρεια του αρμόδιου Δικαστηρίου.

Αφορμή για την υπόθεση αυτή έδωσε η υπογραφή φορολογικής προσφυγής απευθυνόμενης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Σύρου, μόνο από δικηγόρο Αθηνών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παράσταση κατά τη δικάσιμο με δικηγόρο Σύρου, δεν υποκαθιστά ούτε θεραπεύει την υποχρέωση για υπογραφή και κατάθεση του σχετικού δικογράφου από τοπικά αρμόδιο δικηγόρο.

Η νομολογία αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι δείχνει τη σημασία του δικηγόρου ως άμισθου δημόσιου λειτουργού της Δικαιοσύνης. Ένας δικηγόρος ο οποίος βρίσκεται στον τόπο του Δικαστηρίου, και όχι στην άλλη άκρη της Ελλάδος, βοηθάει και διευκολύνει το έργο της Δικαιοσύνης εξασφαλίζοντας τη δυνατότητας ευχερούς επικοινωνίας και συνεργασίας των δικηγόρων, της γραμματείας των τοπικών δικαστικών υπηρεσιών και του δικάζοντος δικαστηρίου, μεταξύ τους. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, παρατηρήθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Σύρου το νοσηρό φαινόμενο, δικηγόροι μη διορισμένοι στην περιφέρειά του, όχι μόνο να καταθέτουν δικόγραφα αλλά και να παρίστανται δίχως νομιμοποίηση. Δράστες της συμπεριφοράς αυτής είναι κυρίως δικηγόροι Αθηνών που λόγω κορεσμού του επαγγέλματος στην πρωτεύουσα εξορμούν στην επαρχία. Αυτό όμως γίνεται σε βάρος της εύρυθμης απονομής της Δικαιοσύνης και σε τελική ανάλυση και των ίδιων των εντολέων των δικηγόρων, οι υποθέσεις των οποίων δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν με την ίδια ταχύτητα και την ίδια αποτελεσματικότητα που παρατηρείται όταν τα διαδικαστικά τα αναλαμβάνει δικηγόρος που βρίσκεται δίπλα στο Δικαστήριο, και εξ ανάγκης είναι σε καθημερινή και άμεση επικοινωνία με τη γραμματεία και τους Δικαστές υπηρεσίας, γνωρίζει τους πάντες και τον γνωρίζουν κι αυτοί.

5/5/09

Ανίσχυρο υποχρέωσης κατοχής άδειας εργασίας σε μπαρ, καφετέριες, κέντρα διασκέδασης κλπ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/1979, " Η εργασία με οποιαδήποτε ιδιότητα στα καταστήματα των κέντρων διασκεδάσεως, μπαρ, καφετεριών, αμιγών αιθουσών διενέργειας τεχνικών παιγνίων καθώς και στα λοιπά καταστήματα, στα οποία διενεργούνται
τεχνικά παίγνια, απαγορεύεται χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής". Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή, βάσει της διάταξης του άρ. 5 παρ. 4 του ν. 2452/31.12.96 με την οποία αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρ. 12 ν. 1481/84 (όπως εξηγείται με κάποιο νομικό ακροβατισμό στην [μη πειστική κατά τη γνώμη μας] με αρ. 8/2003 Γνωμοδότηση της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου - Δημοσιευμένη στην Ποιν.Δ/νη 2003/1332).

Βάσει των παραπάνω διατάξεων έχουν καταδικασθεί από τα ποινικά Δικαστήρια ουκ ολίγοι επιχειρηματίες αλλά και εργαζόμενοι ως σερβιτόροι, μπάρμαν, δισκοθέτες κλπ στα προαναφερθέντα καταστήματα, επειδή οι μεν καταστηματάρχες απασχολούσαν προσωπικό χωρίς να έχει την εν λόγω άδεια, ενώ οι δε εργαζόμενοι επειδή δεν είχαν εφοδιαστεί από την Αστυνομία με τη σχετική άδεια.

Ήδη όμως, κατόπιν αμφιταλαντεύσεων της νομολογίας του Αρείου Πάγου, η Ολομέλεια του ανώτατου ακυρωτικού Δικαστηρίου με την με αρ. 6/2008 απόφασή της, απεφάνθη ότι η απαγόρευση εργασίας με οποιαδήποτε ιδιότητα σε κέντρα διασκεδάσεως χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής που θεσπίζεται με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/1979, βρίσκεται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και άρα είναι ανίσχυρη. Ο Άρειος Πάγος, δέχτηκε ότι κατά το μέρος κατά το οποίο με το άρθρο 4 παρ. 1 του ΠΔ 180/1979 θεσπίζεται απαγόρευση εργασίας με οποιαδήποτε ιδιότητα σε κέντρα διασκεδάσεως κλπ χωρίς άδειας της αστυνομικής Αρχής, κείται τούτο εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αφού η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 167 του ΒΔ της 31-12-1957/20-1-1958 [βάσει του οποίου θεσπίστηκε το ΠΔ 180/1979] παρέχει τέτοια εξουσιοδότηση μόνο καθόσον αφορά την ίδρυση ή διατήρηση κέντρων διασκεδάσεως και όχι για την παροχή εργασίας σ` αυτά, πράγμα που είναι διαφορετικό από την λειτουργία ή διατήρηση των εν λόγω κέντρων.

Η σημασία της απόφασης αυτής είναι διπλή:
1) Πρώτον, οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στα καφέ, μπαρ κλπ, οι οποίοι στερούνται άδεια εργασίας, ΔΕΝ είναι άκυρες, και άρα δικαιούνται όλες τις μισθολογικές και άλλες παροχές που προβλέπονται για αυτούς από την οικεία νομοθεσία και τις σχετικές με αυτούς Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας.
2) Δεύτερον, ΔΕΝ υπάρχει υποχρέωση εφοδιασμού των εργαζομένων αυτών με άδεια εργασίας από την Αστυνομία, και άρα δεν υπάρχει σχετικό ποινικό αδίκημα και πρέπει οι παραβάτες (τόσο εργαζόμενοι όσο και επιχειρηματίες) όχι μόνο να αθωώνονται πλέον από τα Δικαστήρια αλλά και να μην υποβάλλονται καν κατ'αυτούς μηνύσεις από την Αστυνομία.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, αποτέλεσε απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου της 4-5-2009, στην οποία το Δικαστήριο, δέχτηκε το προαναφερθέν σκεπτικό και αθώωσε τόσο τον ιδιοκτήτη μπαρ όσο και τον εργαζόμενο, οι οποίοι είχαν μηνυθεί από την Αστυνομία επειδή ο τελευταίος απασχολείτο ως δισκοθέτης χωρίς να έχει εφοδιαστεί με άδεια εργασίας. Συνήθως βέβαια, οι κατηγορούμενοι προτιμούν να εκδώσουν την σχετική άδεια εργασίας μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής τους, ώστε να αθωωθούν με τον τρόπο αυτόν, όμως εν προκειμένω ο εργαζόμενος δεν μπορούσε να βγάλει άδεια εργασίας καθόσον είχε βεβαρυμένο ποινικό μητρώο με καταδίκες σχετιζόμενες με ναρκωτικά, οι οποίες αποκλείουν την έκδοση της εν λόγω διοικητικής άδειας.

31/1/09

Μετατροπή ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία

Στις 12-12-2008, εκδόθηκε η πρώτη στα χρονικά του Πρωτοδικείου Σύρου απόφαση μετατροπής ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία. Αυτό κατέστη επιτέλους δυνατό και στην Περιφέρεια του Πρωτοδικείου Σύρου, εφόσον, αφενός ήδη λειτουργεί στην Ερμούπολη Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής, που παρακολουθεί την εργασία των καταδικασθέντων, και αφετέρου ο Δήμος Ερμούπολης Σύρου συμμετέχει στο πρόγραμμα υποδοχής ατόμων για την παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Στην εν λόγω απόφαση, είναι σημαντικό να τονισθεί ότι το Δικαστήριο (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σύρου) αποφάσισε κάθε ημέρα φυλάκισης να μετατραπεί προς 2 ώρες εργασίας (αντί των 4 ωρών που προβλέπεται κατά κανόνα από το άρθρο 86 του Ποινικού Κώδικα) λόγω των προβλημάτων υγείας και των οικογενειακών υποχρεώσεων του καταδικασθέντος.

Ελπίζουμε ο θεσμός να βρει επιτυχία ώστε όλο και περισσότερες ποινές φυλάκισης να μετατρέπονται σε κοινωφελή εργασία. Γι'αυτό όμως θα πρέπει περισσότεροι Δήμοι να αρχίσουν να υποδέχονται αποφυλακισμένους. Σήμερα στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής Σύρου υπάγονται τα Πρωτοδικεία Σύρου, Νάξου και Σάμου, αλλά μόνο ο Δήμος Ερμούπολης Σύρου δέχεται κατάδικους. Για την επιτυχία του θεσμού θα πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούν και νέοι φορείς παροχής κοινωφελούς εργασίας, ιδίως στα νησιά Νάξο και Σάμο.

Η απόφαση 1474/2008 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου βρίσκεται εδώ.
Υπόδειγμα αιτήσεως προς το δικαστήριο για τη μετατροπή ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία υπάρχει εδώ.

15/1/09

Χρησικτησία κατά Δημοσίου

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η απόφαση 266/2008 του Εφετείου Αιγαίου, η οποία αφορά χρησικτησία ακινήτου του Ελληνικού δημοσίου από ιδιώτη. Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής: οικόπεδο 67,50τμ εντός σχεδίου πόλης και εντός οικισμού, το οποίο ήταν καταγεγραμμένο στα βιβλία δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ως δημόσιο κτήμα, καταλήφθηκε από ιδιώτη προ του 1955 τουλάχιστον. Στη συνέχεια με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο στο αρμόδιο υποθηκοφυλάκειο, το επώλησε στον γιο του το 1973. Ο γιος του εξέδωσε άδεια οικοδομής και ανήγειρε οικία στο οικόπεδο αυτό. Τέλος, οι κληρονόμοι του υιού (αδέλφια του), άσκησαν το 2005 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας κατά του Ελλ. Δημοσίου, την οποία έκανε δεκτή το Δικαστήριο με το σκεπτικό ότι είχε επέλθει χρησικτησία κατά του Ελληνικού Δημοσίου βάσει του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, και συγκεκριμένα βάσει της 10ετής χρησικτησίας με νόμιμο και μεταγεγραμμένο τίτλο από επαχθή αιτία και με καλή πίστη.
Σημαντικό είναι ότι το Δικαστήριο δέχτηκε πως ανεξάρτητα από το εάν ο πωλητής ηταν ή όχι σε καλή πίστη (δηλαδή εάν γνώριζε ή όχι ότι το ακίνητο που πουλούσε με συμβόλαιο άνηκε στο Δημόσιο), ο αγοραστής ήταν καλόπιστος, και το γεγονός ότι ήταν υιός του πωλητή δεν τον καθιστά αυτομάτως κακόπιστο.

Η απόφαση υπάρχει ΕΔΩ.
Περαιτέρω Ερμηνεία του άρ. 4 του Ν. 3127/2003 υπάρχει ΕΔΩ

23/12/08

Εξαίρεση στο επαγγελματικό απόρρητο σε περίπτωση κακοποίησης παιδιών

Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, η οποία και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το νόμο 3727/2008 (ΦΕΚ Α', αρ. 257 / 18-12-2008), προβλέπει ότι το Επαγγελματικό απόρρητο κάμπτεται σε περιπτώσεις κακοποίησης ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών. Η πρωτοποριακή αυτή διάταξη, προβλέπει ότι όσοι υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο (ιατροί, νοσοκόμοι, δικηγόροι, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι κλπ), μπορούν πλέον, χωρίς να παραβιάζουν το επαγγελματικό τους απόρητο, να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές (δηλαδή είτε στην Αστυνομία, την Εισαγγελία ή/και τις υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοιας Ανηλίκων ) τυχόν περιπτώσεις στις οποίες πιστεύουν ότι κάποιο παιδί είναι θύμα γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης.

Η διάταξη αυτή είναι, τουλάχιστον για τα Ελληνικά δεδομένα, πρωτοποριακή, καθόσον θα επιτρέπεται πλέον στο ιατρικό και λοιπό προσωπικό να καταγγέλλουνχωρίς φόβο, για λογαριασμό των ανηλίκων θυμάτων, πράξεις κακοποίησης σε βάρος των τελευταίων, πράξεις που όπως γνωρίζουμε ειδικά στην Ελλάδα και δη στην επαρχία σπανίως καταγγέλλονται και ακόμη πιο σπάνια ερευνώνται αποτελεσματικά.

Δημιουργούνται όμως δύο προβλήματα από την εφαρμογή της διάταξης αυτής, τα οποία δεν έλυσε ο Έλληνας νομοθέτης:

1ον) Τί θα γίνεται σε περίπτωση που ενώ ο καταγγέλλων ενεργεί καλόπιστα και προς το συμφέρον του παιδιού, η καταγγελία του δεν οδηγεί για οποιουσδήποτε λόγους στην ποινική καταδίκη του δράστη; Δυστυχώς στην Ελλάδα, η νομοθεσία δεν παρέχει καμία προστασία του καλόπιστου καταγέλλοντα (όπως πχ στην Αγγλία με νόμο περί προστασίας των καταγγελιών που γίνονται υπέρ του κοινωνικού συνόλου Public Interest Disclosure Act 1998). Έτσι, βλέπουμε πολλές φορές να τη γλυτώνει ο θύτης για διάφορους λόγους τυπικούς ή ουσιαστικούς, ιδίως επειδή η Αστυνομία και οι Δικαστικές αρχές δεν έχουν την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή και το προσωπικό για να ερευνήσουν όλες τις υποθέσεις σε βάθος, και στη συνέχεια ο καλόπιστος καταγγέλλων, να καταδικάζεται για συκοφαντική δυσφήμιση !
Θα έπρεπε λοιπόν, εν προκειμένω, τουλάχιστον σε περιπτώσεις κακοποίησης ανηλίκων, να δημιουργηθεί στην Ελλάδα το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο για την προστασία του καλόπιστου καταγγέλλοντος, αν όχι για την προστασία του ίδιου, αλλά για την έμμεση προστασία των παιδιών θυμάτων κακοποίησης.

2ον) Η νέα διάταξη, απλώς αναφέρει ότι: " Επιτρέπεται σε όσους έχουν υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας και έρχονται κατά την εργασία τους σε επαφή με παιδιά, να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή, κατά παρέκκλιση της ανωτέρω υποχρέωσης (του επαγγελματικού απορρήτου), οποιαδήποτε κατάσταση για την οποία έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι ένα παιδί είναι θύμα γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης". Δηλαδή, απλώς δύνεται η δυνατότητα της καταγγελίας παρά το τυχόν επαγγελματικό απόρρητο, χωρίς όμως να δημιουργείται υποχρέωση για καταγγελία. Θα έπρεπε ίσως η διάταξη αυτή να γίνει πιο δυναμική και να προβλέψει την υποχρέωση καταγγελίας, όπως προβλέπεται εξάλλου στις περιπτώσεις ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Είναι παράλογο, να υπάρχει υποχρέωση καταγγελίας σε τέτοια οικονομικά εγκλήματα, και όχι σε εγκλήματα των οποίων τα θύματα είναι ανήλικοι, δηλαδή ευάλωτα άτομα που δεν δύνανται να προστατεύσουν τον εαυτό τους.

28/10/08

Ενδιαφέροντες λόγοι αναίρεσης ποινικών αποφάσεων


1)Η καταδικαστική απόφαση για αυθαίρετη οικοδόμηση πρέπει να περιέχει αιτιολογία για την αξία του αιθαιρέτου & για το εάν αυτό υποβαθμίζει το πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής.

Σύμφωνα με την απόφαση 2150/2005 ΑΠ (Ποιν):
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 "για την επέκταση κλπ", όπως η
διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994 οι ιδιοκτήτες ή
εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την
επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης
τουλάχιστον έξ (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές,
ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή
πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται
με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000
δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται
είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ` υπέρβασή της, ή με βάση
ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του ως ισχύει άρθρου 17 παρ. 8 ν.
1337/83 συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του α` εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον
ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο
εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις,
είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις
παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας.....).

Τέλος σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το δικαστήριο της ουσίας κατά την από αυτό
επιμέτρηση κάθε μιας από τις ανωτέρω ποινές, είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την περί
επιβολής ποινής διάταξη του προσδιορίζοντος την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν
υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο
βρίσκεται το αυθαίρετο. Εξ άλλου κατά το άρθρο 79 ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε
κάθε περίπτωση στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να
λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου,
όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την
ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη
ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν
προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει του άρθρου 17 παρ. 8α του ν.
1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα για την επιβολή καθεμιάς από τις
απειλούμενες σ` αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό
δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία
του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή
πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας
αιτιολογίας καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς το μέρος της που
αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας
που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη
περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση ναι μεν αυτή διέλαβε στο
περί ποινών τμήμα της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά
αιτιολογία ούτε για την αξία του ανωτέρω και από την αναιρεσείουσα ανεγερθέντος
αυθαίρετου έργου (τοίχος και καλλιτεχνικοί τοίχοι γύρω από τα υπάρχοντα πεύκα), ούτε
περί του αν το τελευταίο υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή
πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής του, με αποτέλεσμα, μόνον κατά την εν λόγω περί
ποινής διάταξή της ως προς το αμέσως παραπάνω αδίκημα και μόνον, η πληττόμενη απόφαση να
καταστεί κατά τούτο αναιρετέα, κατά τον βάσιμο περί τούτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1
στοιχ. Δ` δέκατον και τελευταίον λόγον αναιρέσεως.


2)Η καταδικαστική απόφαση για εκχέρσωση δάσους πρέπει να αιτιολογεί την ύπαρξη δάσους ή δασικής έκτασης με αναφορά στο είδος της βλάστησης και στο σκοπό αυτής
Σύμφωνα με την απόφαση 955/2005 ΑΠ (Ποιν):
Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη
δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση
ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους, συγχρόνως δε ορίζεται
ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα παραγωγής προϊόντων από τα φυτά ή
εναλλακτικώς συμβολή στη διατήρηση της βιολογικής ισορροπίας ή εξυπηρέτηση
του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται
της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως οφείλει να
ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω δύο όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας
αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος.

2/6/08

Το χαμηλότερο επιτόκιο υπερημερίας για χρέη του δημοσίου-ΝΠΔΔ προς τους ιδιώτες έιναι αντίθετο στην ΕΣΔΑ

Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μεϊντάνης κατά Ελλάδος που δημοσιεύτηκε στις 22-5-08, γίνεται δεκτό ότι το χαμηλότερο επιτόκιο υπερημερίας (6% κατ'έτος) για χρέη του δημοσίου και των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ προς τους ιδιώτες που προβλέπει το άρθρο 21 του Κώδικα Δικών Δημοσίου έιναι αντίθετο προς το άρ. 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την προστασία της ιδιοκτησίας.

Κατά συνέπεια και στις οφειλές αυτές πρέπει οι τόκοι υπερημερίας να υπολογίζονται βάσει του νομίμου επιτοκίου υπερημερίας για οφειλές ματαξύ ιδιωτών το οποίο σήμερα είναι σχεδόν διπλάσιο (11% περίπου).

Είναι ενδιαφέρον ότι εκκρεμεί ακόμη στην Ολομέλεια του ΣτΕ το ζήτημα της συνταγματικότητας του χαμηλοτέρου και προνομιακού επιτοκίου υπερημερίας για τα δημόσια πρόσωπα. Είναι βέβαιο ότι πλέον και η Ολομέλεια του ΣτΕ θα συμπορεύσει με την πιο πάνω απόφαση του ΕΔΔΑ, και θα καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, είτε εφαρμόζωντας την ΕΣΔΑ είτε και το Ελληνικό Σύνταγμα.

Meïdanis c. Grèce (n° 33977/06)

Le requérant, Efthymios Meïdanis, est un ressortissant grec né en 1953 et résidant à Athènes (Grèce).

Il est médecin de profession. L’affaire concerne un litige l’ayant opposé à un hôpital (Sismanogleio) dans lequel il avait travaillé, au sujet du paiement de salaires dus. Le requérant se vit octroyer la totalité de la somme réclamée, majorée d’intérêts fixés à un taux inférieur à celui appliqué aux dettes entre particuliers ou aux dettes des particuliers vis-à-vis des personnes morales de droit public, puisque l’hôpital en question était une personne morale de droit public. Invoquant l’article 1 du Protocole n° 1 (protection de la propriété), le requérant se plaignait de la diminution de sa créance, sans que cela ne soit justifié par aucun but d’intérêt public.

La Cour relève que la détermination des intérêts moratoires dus par l’hôpital, personne morale de droit public, à un taux presque quatre fois inférieur à celui appliqué aux particuliers pour la même période, a porté atteinte au droit du requérant au respect de ses biens. Dès lors, elle conclut, à l’unanimité, à la violation de l’article 1 du Protocole n° 1 et dit que le constat d’une violation constitue en soi une satisfaction équitable suffisante pour tout préjudice moral éventuellement subi par le requérant. Elle alloue à ce dernier 6 572 EUR pour préjudice matériel et 4 000 EUR pour frais et dépens. (L’arrêt n’existe qu’en français.)

31/5/08

Δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα η μη καταβολή προσαυξήσεων επί εισφορών ΙΚΑ

Με την με αρ. 193/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου (ποιν), γίνεται δεκτό ότι δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα η μη καταβολή προσαυξήσεων επί εισφορών ΙΚΑ. Επομένως, μόνο η εμπρόθεσμη καταβολή του κεφαλαίου των ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών τιμωρείται ποινικά, και άρα σε όσους έχει ασκηθεί σχετική μήνυση από το ΙΚΑ μπορούν να καταβάλουν μόνο το κεφάλαιο ώστε να αποφύγουν ποινικές καταδίκες με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες που επισύρουν (ποινές φυλάκισης, πρόστιμα, εγγραφή καταδίκης στο ποινικό μητρώο).

Απόσπασμα απόφασης ΑΠ 193/2008 (ποιν)
 Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 "1). Όστις
υπέχων νόμιμον υποχρέωσιν καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον
ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς
τους εις το Υπουργείον Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως
Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή
Ειδικούς Λογαριασμούς, δεν καταβάλλει ταύτας εντός μηνός, αφ'
ής αύται κατέστησαν απαιτηταί, προς τους ως άνω Οργανισμούς
τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών (3) μηνών και
χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.
2) Όστις παρακρατών ασφαλιστικάς εισφοράς των παρ' αυτώ
εργαζομένων επί σκοπώ αποδόσεως εις τους κατά την παρ. 1
Οργανισμούς δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει ταύτας προς τους
ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί
τιμωρείται επί υπεξαιρέσει δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξ (6)
μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000)
δραχμών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αξιόποινη
είναι η καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και η
παρακράτηση της εισφοράς των εργαζομένων, όχι όμως και η
καταβολή των προσαυξήσεων, που επιβάλλει επ' αυτών το Ίδρυμα
Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου
27 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο
21 παρ. 3 του Ν.1902/1990. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του
Κανονισμού Ασφαλίσεως του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(ΙΚΑ), ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το
ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η
εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν.
1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις προς το Ίδρυμα
αυτό εισφορές μέχρι του τέλους του επομένου μηνός από το χρόνο
που έχει ορισθεί.

10/3/08

Ευρωπαϊκό Δίκαιο και εγγραφή πτυχιούχων αλλοδαπών νομικών σχολών σε Ελληνικό Δικηγόρικό σύλλογο

Το θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην από 28-2-2007 ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με αρ. PE 357.743v04-00, έκριναν σύμφωνη με του Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο την πρακτική που ακολουθείται από τους Ελληνικούς Δικηγορικού Συλλόγους σχετικά με την εγγραφή πτυχιούχων αλλοδαπών νομικών σχολών ως ασκουμένων δικηγόρων.

Συγκεκριμένα, από το 2000 και εφεξής, οι πτυχιούχοι νομικής πανεπιστημίων της Ε.Ε., εγγράφονται αμέσως με τη λήψη του πτυχίου τους ως ασκούμενοι, προτού καν αναγνωριστεί το πτυχίο τους ως ισότιμο από το ΔΟΑΤΑΠ (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ). Στη συνέχεια, μόλις συμπληρώσουν το χρόνο υποχρεωτικής άσκησης και αφού αναγνωριστεί το πτυχίο τους ως ισότιμο από το ΔΟΑΤΑΠ μπορούν να δώσουν εξετάσεις για να γίνουν δικηγόροι.

Με την απόφαση αυτή αίρονται τυχόν αμφιβολίες σχετικά με το εάν είναι σύμφωνη με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο η υποχρέωση των πτυχιούχων νομικής πανεπιστημίων της Ε.Ε. να πρέπει να αναγνωρίσουν το πτυχίο τους από το ΔΟΑΤΑΠ (δίνοντας και τις σχετικές εξετάσεις) εάν θέλουν να γίνουν δικηγόροι στην Ελλάδα.

10/1/08

Δυνατή η έκδοση ενιαίας διαταγής απόδοσης μισθίου & διαταγής πληρωμής για μισθώματα

Στην απόφαση 708/2002 Μον. Πρωτ. Βόλου (ΝΟΒ 2002/1125), γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατή η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής για τα μισθώματα και αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου, όσο και η έκδοση ενιαίας διαταγής και για τους δύο εκτελεστούς τίτλους αντίστοιχα. Βέβαια λόγω των διαφορετικών προθεσμιών ανακοπής προβλέπεται ότι για κάθε διαταγή θα ληφθεί ξεχωριστά απόγραφο (και άρα θα επιδοθούν ξεχωριστά).

Ενδιαφέρουσα απόφαση, καθόσον στην πράξη κατατίθενται 2 ξεχωριστές αιτήσεις και εκδίδονται 2 ξεχωριστές διαταγές, και αυτ'ο συνεπάγεται - χωρίς λόγο - διπλά έξοδα.

7/1/08

Οι αλλοδαποί που ζουν σε ελεύθερη σχέση με υπήκοο ΕΕ και το δικαίωμα ελεύθερης εισόδου και διαμονής τους στην Ελλάδα

Το Π.Δ. 106/2007 για την Ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην ελληνική επικράτεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία τις διατάξεις της οδηγίας 2004/38/ΕΚ της Ευρ. Ένωσης.

Στο άρθρο 5 του Προοιμίου της οδηγίας αυτής, αναφέρεται ότι: "Το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός του «μέλους της οικογένειας» θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον καταχωρισμένο σύντροφο εάν η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο." Με δεδομένο λοιπόν ότι στην Ελλάδα η ελεύθερη συμβίωση δεν αναγνωρίζεται και δεν δημιουργεί δικαιώματα ισότιμα με αυτά που κατοχυρώνει ο γάμος, θα περίμενε κανείς το ΠΔ εφαρμογής της οδηγίας να μην χορηγήσει δικαίωμα ελεύθερης διαμονής στους άγαμους συντρόφους υπηκόων πολιτών της ΕΕ.

Με έκπληξη λοιπόν διαπιστώνουμε ότι ενώ στην ελληνική έννομη τάξη η ελεύθερη συμβίωση δεν αναγνωρίζεται ως ισότιμη με το γάμο, το ΠΔ 106/2007 στο άρθρο 3 παρ. 2 περ. β συμπεριλαμβάνει στα μέλη της οικογένειας του πολίτη της ΕΕ με τον οποίον έχουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα, τον/την άγαμο-η σύντροφο ανεξαρτήτως ιθαγένειας και με τον/την οποίο-α ο πολίτης της Ένωσης έχει "σταθερή σχέση προσηκόντως αποδεδειγμένη".

Η επιλογή αυτή του Έλληνα νομοθέτη είναι ατυχής και οδηγεί σε δυσμενέστερη μεταχείριση τον άγαμο σύντροφο ενός Έλληνα, παρά τον άγαμο σύντροφο ενός αλλοδαπού πολίτη της ΕΕ. Πράγματι, ο άγαμος σύντροφος ενός πολίτη της ΕΕ (πχ ενός Γάλλου) μπορεί να χρησιμοποιήσει τις προαναφερθείσες ευεργετικές διατάξεις του ΠΔ 106/2007 και να ζήσει νόμιμα στην Ελλάδα αποκτώντας σχετική άδεια διαμονής. Αντίθετα, ο άγαμος σύντροφος ενός Έλληνα πολίτη δεν μπορεί να κάνει χρήση του ΠΔ 106/2007, εφόσον το άρ. 3 παρ 1 αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του τους Έλληνες και τα μέλη των οικογενειών τους.

Έτσι, καταλήγουμε σε διακριτική μεταχείριση των άγαμων συντρόφων - μελών της οικογένειας Ελλήνων υπηκόων. Η άδικη μεταχείριση αυτή που εισάγει το ΠΔ 106/2007 είναι κατάφωρα αντίθετη με την αρχή της ίσης μεταχείρισης της ΕΣΔΑ και του Ευρ. Κοινοτικού Δικαίου και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την οδηγία 2004/38/ΕΚ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η οδηγία επιβάλλει την παροχή του δικαιώματος εισόδου και διαμονής στους άγαμους συντρόφους ΜΟΝΟ όταν η ελεύθερη συμβίωση αναγνωρίζεται ως ισότιμη με το γάμο στο κράτος υποδοχής. Επειδή λοιπόν στην Ελλάδα δεν υφίσταται τέτοια ισοδυναμία, οι άγαμοι σύντροφοι αλλοδαπών πολιτών δεν θα έπρεπε να έχουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα, όπως ακριβώς και με τους άγαμους συντρόφους Έλληνων υπηκόων.

Δυστυχώς, για άλλη μια φορά, ευρωπαϊκή οδηγία έχει μεταφερθεί λανθασμένα με αποτέλεσμα, χωρίς κάτι τέτοιο να επιβάλλεται από την ΕΕ, οι Έλληνες πολίτες και οι σύντροφοί τους να είναι σε δυσμενέστερη θέση από ότι οι υπόλοιποι πολίτες της ΕΕ και οι σύντροφοί τους.

6/12/07

Λόγος ανακοπής κατά επιταγής προς εκτέλεση

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα απόφαση 22578/1995 του Μον. Πρωτ. Θεσ/νίκης, με την οποία γίνεται δεκτό ότι είναι ακυρωτέα η επιταγή προς εκτέλεση στην οποία περιλαμβάνεται κονδύλιο για έξοδα εκδόσεως απογράφου, αντιγράφου εξ απογράφου, επίδοσης και σύνταξης της επιταγής τα οποία αναγράφονται συλλήβδην αντί να αναγράφονται αναλυτικά.
Στην πράξη βέβαια, είναι πολύ συνηθισμένο το κονδύλιο για τα έξοδα επιταγής να μην επιμερίζεται.


Μον. Πρωτ. Θεσ/νίκης 22578/1995
(δημοσιευμένη στον Αρμενόπουλο 1996, σελ. 342)

Με την κρινόμενη ανακοπή και για τους αναφερόμενους σ αυτήν λόγους, οι ανακόπτοντες ζητούν να ακυρωθεί η από 17.1.1995 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι της 913/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε βάσει μιας επιταγής εις διαταγήν του πρώτου, η οποία μεταβιβάσθηκε δι` οπισθογραφήσεως στη δευτέρα αυτών. Η ένδικη
ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως (αρθρ. 934 παρ. 1α ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (αρθρ. 933 επ., σε συνδ. με άρθρο 585 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον πρώτο λόγο ανακοπής ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες ότι ο καθ` ού κοινοποίησε στον καθένα
απ` αυτούς, στις 19.1.95, αντίγραφο εξ απογραφής της 913/1995 διαταγής
πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με επιταγή
προς πληρωμή συνολικού ποσού 1.853.100 δρχ. ότι στα επιδοθέντα αυτά αντίγραφα επικόλλησε ειδικό ένσημο επικύρωσης 200 δρχ. αντί 400 δρχ., αντίθετα προς την Φ.41/1192/21.10.1994 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ως εκ τούτου αυτά είναι ανίσχυρα και η επίδοση της επίδικης επιταγής άκυρη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αβάσιμος και πρέπει να
απορριφθεί, δεδομένου ότι, για την επιταγή προς πληρωμή, η οποία δεν αποτελεί δικόγραφο ή έγγραφο εισαγωγικό της δίκης, ή τέτοιο ενώπιον πολιτικής ή δικαστικής αρχής, δεν οφείλονται τέλη ή ένσημα υπέρ Ταμείων. Ετσι, η παράλειψη εκπληρώσεως υποχρεώσεων, όπως καθορίζονται στο νόμο περί τελών χαρτοσήμου, επάγονται την πειθαρχική δίωξη του παραλιπόντος υπαλλήλου και
των δικηγόρων, δικολάβων και συμβολαιογράφων. Στις παραπάνω περιπτώσεις δε, δεν περιλαμβάνονται τα αντίγραφα που εκδίδονται απο δικηγόρους (πρβλ. ΑΠ 630/1983 ΝοΒ 32.1367). Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο ανακοπής, ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες ότι το κονδύλιο δ` της επιταγής είναι αόριστο, διότι στο ποσό αυτό των 68.000 δρχ. περιλαμβάνονται συλλήβδην τα έξοδα εκδόσεως απογράφου, αντιγράφου εξ απογράφου, αντιγραφικών, επίδοσης της επιταγής με πορεία δικαστικού επιμελητού, καθώς και σύνταξης της επιταγής με νομική συμβουλή, ενώ έπρεπε, το ποσό για κάθε δαπάνη να αναγράφεται χωριστά, ώστε να
καθίσταται δυνατός ο έλεγχος αυτού. Ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι, όπως από την προσκομιζόμενη επιταγή προκύπτει, ο καθ ού δεν καθορίζει επακριβούς τη δαπάνη για κάθε κονδύλιο (αιτία καταβολής), ώστε να κριθεί η νομιμότης καθενός εξ αυτών και η ακύρωση της επιταγής κατά το υπερβάλλον (βλ. ΕφΑθ 3785/1975 ΝοΒ 23.1275, ΜονΠρΑθ 2127/85 ΕλλΔνη 1986.199). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί μερικούς η προσβαλλόμενη επιταγή προς
πληρωμή, ήτοι ως προς το τέταρτο (δ`) κονδύλιο των 68.000 δραχμών.




Όμοια και η απόφαση Μον. Πρωτ. Εδεσ. 47/1989 που αφορά ανακοπή κατά του κονδυλίου αμοιβή δικηγόρου για τη σύνταξη της επιταγής, που πολύ συχνά είναι αναίτια και μη νόμιμα διογκωμένο.

Κατά το άρθρο 127 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων το ελάχιστο όριο αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση απόφασης Πρωτοδικείου είναι 40 μεταλλικές δραχμές. Εάν δεν προηγηθεί δικαστική εκκαθάριση της αμοιβής, εκτέλεση γι` αυτήν μπορεί να χωρήσει μονο κατά προβλεπόμενο ελάχιστο όριο αυτής, το οποίο αυτό και μόνο είναι βέβαιο και εκκαθαρισμένο. Κατά τα άρθρ. 915, 916 ΚΠολΔ (ΜονΠρΑθ 9333/78 ΑρχΝ ΚΘ` 772, ΜονΠρΑθ 2400/79 Αρμ ΛΔ` 986). Με τον 4ο λόγο της ανακοπής προβάλλεται παράπονο κατά της επιταγής προς εκτέλεση και ότι με αυτήν επιτάσσεται να πληρώσει ο ανακόπτων και τώρα αιτών δραχ. ..., ενώ πρέπει να πληρώσει δραχ. ... `Οπως προκύπτει, από την επιταγή επιτάσσεται καταβολή του αναφερόμενου ποσού, που είναι μεγαλύτερο από αυτό που προβλέπει η πιο πάνω διάταξη. Κατά την έννοια των άρθρ. 127 εδ. 1 Κώδικα Δικηγόρων, 23 ν.δ. 3790/1957, σε συνδυασμό και προς τις σχετικές διατάξεις της εκτέλεσης ως προς τα έξοδα για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, εφόσον αυτά επιτάσσονται σε ποσό μεγαλύτερο, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να χωρήσει εκτέλεση του τίτλου, ως προς το μεγαλύτερο ποσό σε περίπτωση αμφισβήτησης, χωρίς την εκκαθάριση από το αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 16/70 ΝοΒ 18.727). Δεν υφίσταται ακυρότητα επιταγής προς πληρωμή, ούτε είναι άκυρη η με βάση αυτήν ενεργηθείσα αναγκαστικά εκτέλεση (ΑΠ 780/70 ΕΕΝ 38.201, ΕφΑθ 2814/69 Αρμ ΚΔ` 325, ΕφΑθ 326/70 Αρμ ΚΔ` 626). Επομένως, ο επιτάσσων δικαιούται για δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξή της δραχ. 5.600 (40 δραχ. Χ 140), ήτοι μεταλλικές δραχμές 40 κατά το άρθρ. 127 Κώδ. Δικηγόρων, χωρίς να υπάρχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περίπτωση που να δικαιολογεί ποσό μεγαλύτερο από το ελάχιστο του νόμιμου ποσού αμοιβής, ενόψει και του άρθρ. 23 ν.δ. 3790/1957 (Γνμδ. ΕισΑΠ 1/59 ΝοΒ 7.193). Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρ. 100 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Κώδ. Δικηγόρων (ΕφΑθ 326/70 Αρμ ΚΔ` 626). `Ετσι, η επιταγή στο σημείο αυτό είναι μη νόμιμη κατά το επιτασσόμενο πέραν των δραχ. 5.600 ποσό και θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη, κατά τον βάσιμο σχετικώς στο δικόγραφο της ανακοπής 4ο λόγο (Παπαδόπουλος, Εκτέλεσις, σελ. 57, ΑΠ 16/40 Θ ΝΑ` 299, ΜονΠρΒερ 105/69 ΝοΒ 17.1001). Πρέπει να λεχθεί ότι, με την 12398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 131/21.2.89), ορίσθηκε ο συντελεστής υπολογισμού δικηγορικών αμοιβών σε 140 μονάδες αντί των 108.

23/9/07

Υπερ της μείωσης του κόστους των υποθέσεων κτηματολογίου.

Ως γνωστόν στους δικηγορικούς κύκλους, κατόπιν πρόσφατης νομοθετικής αλλαγής, οι υποθέσεις διόρθωσης των Κτηματολογικών Βιβλίων των Κτηματολογικών Γραφείων που αντικατέστησαν τα Υποθηκοφυλάκεια, εκδικάζονται πλέον σύμφωνα με την εκούσια διαδικασία, και όχι πια με την τακτική διαδικασία.

Όμως, με δεδομένο ότι οι υποθέσεις κτηματολογίου δεν είναι απλές υποθέσεις όπως αυτές της εκούσιας διαδικασίας (π.χ. συναινετικά διαζύγια, έγκριση καταστατικού σωματείου) και ο εκάστοτε δικηγόρος πρέπει να δαπανήσει πολύ χρόνο και κόπο για να τις προετοιμάσει και σε πολλές περιπτώσεις θα χρειαστεί να ασκηθεί και έφεση, η προσωπική μου γνώμη είναι ότι πρέπει, στις υποθέσεις κτηματολογίου, να εξισωθούν τα ποσοστά που παρακρατεί ο ΔΙκηγορικός Σύλλογός Σύρου από την αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου με αυτά που παρακρατεί και στις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας. Πράγματι, δεν φαίνεται δίκαιο, λογικό και ηθικό, για τέτοιες δύσκολες και χρονοβόρες υποθέσεις όπως αυτές του κτηματολογίου, ποσοστό άνω των 70% της ελάχιστης αμοιβής του δικηγόρου να καταλήγει στο Ταμείο Συνεργασίας του ΔΣΣ.

Συνεπώς, έχω ήδη προτείνει στο Δικηγορικό Σύλλογο Σύρου τη μείωση των ποσοστών που παρακρατούνται από το ΔΣΣ (για το Ταμείο Συνεργασίας) από τα γραμμάτια των υποθέσεων εκουσίας που σχετίζονται με το κτηματολόγιο. Για να δούμε τί μέλει γενέσθαι !

Δικηγορικές ιστοσελίδες και πειθαρχικό δίκαιο.

Μέχρι και σήμερα είναι απαγορευμένο για τους δικηγόρους να διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους τόσο από τα ΜΜΕ, όσο και διαμέσου επιστολών (συμπεριλαμβανομένων των ε-μέιλ). Τυχόν παράβαση τιμωρείται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει ο διαφημισθείς δικηγόρος.

Σήμερα όμως, βλέπουμε πως πληθώρα δικηγόρων διατηρούν ιστοσελίδες στο ιντερνέτ, πολλές εκ των οποίων σκοπό έχουν να διαφημίσουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Ενώ οι περισσότεροι δικηγορικοί σύλλογοι "κάνουν τα στραβά μάτια" και δεν ασχολούνται με το φαινόμενο, είναι ενδιαφέρον πως ο Κώδικας Δεοντολογίας του Δικ. Συλλόγου Καβάλας, που θεσπίστηκε το 2006, κάνει αναφορά στις δικηγορικές ιστοσελίδες, και τις επιτρέπει υπό τον όρο να μην αποτελούν συγκεκαλυμμένη διαφήμιση!!!

Πιστεύω ότι θα ήταν χρήσιμο να αναθεωρηθούν και οι Κώδικες Δεοντολογίας των υπολοίπων συλλόγων ώστε να συμπεριλάβουν παρόμοιες διατάξεις.


ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΑΒΑΛΑΣ
ΑΡΘΡΟ 9 [...]
β) Επιτρέπεται στο Δικηγόρο να δημιουργήσει ή να διατηρεί ιστοσελίδα στο διαδίκτυο υπό τον όρο ότι η ύπαρξη της δεν θα υποκρύπτει κεκαλυμμένη διαφήμιση των παρεχομένων από αυτόν υπηρεσιών. Για το λόγο αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας θα δημιουργήσει μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από την ισχύ του Κώδικα αυτού «Σχέδιο - Υπόδειγμα Ιστοσελίδας για τους δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας» στο οποίο θα περιέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να περιληφθούν σε κάθε νεοδημιουργούμενη ιστοσελίδα.
γ) Οι υφιστάμενες ιστοσελίδες των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας πριν την ισχύ του Κώδικα αυτού, πρέπει να τροποποιηθούν για να εναρμονιστούν με τα στοιχεία που θα περιέχονται στο «Σχέδιο - Υπόδειγμα Ιστοσελίδας για τους δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας», εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την ισχύ του Κώδικα αυτού.

Όλος ο Κώδικας εδώ:
http://www.dskavalas.gr/show.php?frmArticleID=17

30/4/07

Είστε κρατούμενος αλλοδαπός; Αποφυλακίσεις μόνο τρίτες και πέμπτες!

Από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Σύρου ανακοινώθηκε ότι από 1-5-07 τα αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγών αλλοδαπών καθώς και οι αντιρρήσεις αλλοδαπών κατά της κράτησής τους ( που αποφασίζεται από την ΕΛ.ΑΣ. εν αναμονή διοικητικής απελάσεώς τους), θα εκδικάζονται μόνο κάθε τρίτη και πέμπτη. Μάλιστα, η ίδια ανακοίνωση αναφέρει ότι θα πρέπει τα σχετικά δικόγραφα να κατατίθενται μέχρι 1:30μμ, ειδάλλως θα παραμένουν σε εκκρεμότητα μέχρι την επόμενη δικάσιμο.

Καμία εξήγηση δεν δίνεται για αυτήν την αλλαγή στις διαδικασίες του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σύρου. Ανεπισήμως, πληροφορήθηκα ότι οι λόγοι είναι δύο: (1ον) λόγω έλλειψης δικαστικών υπαλλήλων για την διεκπεραίωση του ομολογουμένως μεγάλου όγκου υποθέσεων αλλοδαπών, και (2ον) επειδή "έτσι κάνουν και τα άλλα Διοικητικά Πρωτοδικεία της Περιφέρειας" !

Ανεξάρτητα από την βασιμότητα των πιο πάνω λόγων, θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθούν παρόμοιοι περιορισμοί στις δικασίμους υποθέσεων που αφορούν την προσωπική ελευθερία του ατόμου, δηλαδή ένα από τα πιο θεμελιώδη και αυτονόητα δικαιώματα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Μάλιστα η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναφέρει στην παρ. 4 του άρθρου 5 ότι "Παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τουτο αποφασίση εντός βραχείας προθεσμίας επι του νομίμου της κρατήσεως του και διατάξη την απόλυσιν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατησεως." Ο περιορισμός σε 2 μόνο μέρες της εβδομάδος των δικασίμων που αφορούν φυλακισθέντες αλλοδαπούς δεν φαίνεται να συνάδει με την επιταγή του πιο πάνω άρθρου, που ρητώς ορίζει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να αποφασίζουν εντός βραχείας προθεσμίας για τη νομιμότητα της κρατήσεως. Και αυτό διότι με τους προαναφερθέντες περιορισμούς, ένας αλλοδαπός που συνελήφθη Πέμπτη μεσημέρι, θα πρέπει αναγκαστικά να παραμείνει στη φυλακή 5 ημέρες αδίκως, μέχρι δηλαδή να μπορέσει η αίτηση για την αποφυλάκισή του να εξεταστεί την επόμενη τρίτη από τον Δικαστή υπηρεσίας!! Μάλιστα, εάν συμπέσει και η ημέρα αυτή να είναι αργία, θα πρέπει να περιμένει άδικα μία ολόκληρη εβδομάδα στην φυλακή !

Πιστεύω λοιπόν, ότι θα πρέπει επειγόντως να επανεξεταστεί το ζήτημα των περιορισμένων δικασίμων σε υποθέσεις αλλοδαπών στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Σύρου, και να εκδικάζονται αυτές καθημερινά, όπως ίσχυε μέχρι πρότινος.

21/4/07

Η θέση του Ιερού Ευαγγελίου στα Δικαστήρια

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρακάτω εγκύκλιος του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 8ης Δεκεμβρίου 1938 (με αριθμ. πρωτ. 119476 και αρ. εγκυκλ. 74) «Περὶ τῆς εὐπρεποὺς ἐμφανίσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐν τοῖς Δικαστηρίοις καὶ τῆς τηρήσεως εἰς τοῦτο τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ», την οποία αναδημοσιεύουμε για δύο λόγους. Αφενός, η εγκύκλιος αυτή παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον καθόσον μας πληροφορεί για την κατάσταση που επικρατούσε στα Ελληνικά Δικαστήρια την περιοχή του μεσοπολέμου, κατάσταση που ίσως να μη διαφέρει και πολύ από τη σημερινή όσον αφορά τα θέματα που θίγει η εγκύκλιος. Αφετέρου, η εγκύκλιος αυτή παρότι παλαιά, θα ήταν χρήσιμο να ενέπνεε και όσους σήμερα είναι επιφορτισμένοι με την επίβλεψη των Δικαστικών αιθουσών, καθότι θίγει ένα χρόνιο πρόβλημα, την ευπρεπή εμφάνιση ενός Ιερού βιβλίου σε χώρους μη προορισμένους για θρησκευτικές εκδηλώσεις.

Αναρωτιέται λοιπόν εύλογα κανείς, αν η καλύτερη λύση για το πρόβλημα αυτό δεν θα ήταν η απόσυρση του Ιερού Ευαγγελίου από το χώρο της Δικαιοσύνης. Η θέση του είναι στους χώρους της λατρείας, της προσευχής και της μελέτης του Θείου λόγου και δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ως όργανο στα χέρια της Δικαιοσύνης για την (αναποτελεσματική) εξεύρεση της αλήθειας. Και σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει έμμεσα ή άμεσα να συνδέεται με τα «Θεία», κάθε αδυναμία, λάθος, αμέλεια ή παράνομη ενέργεια στο χώρο της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Επίσης, και για να μην πληγωθεί κάποιος ευαίσθητος Χριστιανός, προσκολλημένος στην παράδοση, ας θυμηθούμε τη φράση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάνω στον όρκο: «ἐγὼ λέγω ὑμὶν, μὴ ὀμόσαι ὅλως», που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για άλλες επιλογές από τους Χριστιανούς που θέλουν να τηρούν και να σέβονται τις εντολές του.

« ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ Α´ - ΤΜΗΜΑ Δ´

Πρὸς τοὺς κ.κ. Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν τοῦ Κράτους (Κοινοποιητέα καὶ εἰς τοὺς κ.κ. Προέδρους Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν, Εἰρηνοδίκας και Πταισματοδίκας τοῦ Κράτους)

Ἀφορμὴν λαϐόντες ἐξ ἐγγράφου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δι` οὗ ἀνακοινοῦται ἡμῖν ὅτι καθ` ἃς ἔχει πληροφορίας ἔν τισι Δικαστηρίοις δὲν τηρεῖται ὁ προσήκων σεϐασμὸς εἰς τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον τὸ εἰκονίζον τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καθόσον τοῦτο εὑρίσκεται ἐρριμμένον ἔμπροσθεν τοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ τεμαχίου σανίδος πλήρους κόνεως ἄδετον, ἀκάθαρτον ἐκ τῆς χρήσεως καὶ ἔστιν ὅτε συγκρατούμενον διὰ λεπτοῦ σχοινίου, οἱ δὲ δικασταὶ δὲν ἐγείρονται τῶν ἑδρῶν αὐτῶν καθ` ἣν στιγμὴν ὁ ἐξεταζόμενος δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον.
Ἐντελλόμεθα ὑμῖν ὅπως ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς μὴ εὐπρεποῦς ἐμφανίσεως ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς μὴ τηρήσεως τοῦ προσήκοντος εἲς τοῦτο σεϐασμοῦ, καὶ ἐκδόσητε τὰς προσηκούσας διαταγὰς καὶ συστάσεις εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχὰς τῆς ὑμετέρας περιφερείας περὶ τῆς εὐπρεποὺς ἐμφανίσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ τῆς τηρήσεως τοῦ προσήκοντος εἰς τοῦτο σεϐασμοῦ, ἐκ μέρους τῶν κ.κ. δικαστῶν.
Παραγγείλητε δὲ προσέτι ὅπως ζητηθῇ παρ` ἡμῶν ἡ ἔγκρισις πιστώσεων διὰ τὴν προμήθειαν καινουργῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων εἰς ἃ Δικαστήρια συντρέχει περίπτωσις ἀντικαταστάσεως τῶν ἐν χρήσει τοιούτων λόγῳ φθορᾶς.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμϐρίου 1938
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΓΙΣ ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ »

16/4/07

Υποβολή έγκλησης για ακάλυπτη επιταγή από δικηγόρο για λογαριασμό ΑΕ

Στην περίπτωση που δικηγόρος (ή οποιοσδήποτε τρίτος) καταθέτει έγκληση για ακάλυπτη επιταγή για λογαριασμό ΑΕ, πρέπει να προσκομίσει πρακτικό του ΔΣ που να του παρέχει σχετική πληρεξουσιότητα και να βεβαιώνεται το γνήσιο τη υπογραφής των μελών του ΔΣ. Μόνη εξαίρεση από την υποχρέωση προσκόμισης πρακτικού ΔΣ με βεβαίωση γνησίου υπογραφής μελών: εάν το ίδιο το Καταστατικό της ΑΕ εξουσιοδοτεί ρητά συγκεκριμένο πρόσωπο (βάσει αρ. 18 Ν. 2190/1920)

Για πιο δίκαιους πλειστηριασμούς ακινήτων

Διαβάζουμε στον τύπο ότι θα κατατεθεί νομοσχέδιο που θα αλλάξει ριζικά (;) τον τρόπο διενέργειας των πλειστηριασμών, και συγκεκριμένα θα προβλεφθεί η κατάθεση κλειστών-γραπτών προσφορών από τους συμμετέχοντες, αντί των προφορικών που ισχύουν σήμερα, ενώ θα αυξηθεί και το τίμημα πρώτης προσφοράς στα δύο τρίτα της τιμής εκτίμησης από το μισό, που ισχύει σήμερα.

Κατ'αρχήν, πρέπει να λεχθέι ότι πράγματι υπάρχει πρόβλημα με τους πλειστηριασμούς ακινητων, καθόσον είναι γνωστό σε όλους πως σήμερα οι πλειστηριασμοί οδηγούν τους οφειλέτες σε εξαθλίωση, εφόσον χάνουν τα ακίνητά τους για ψίχουλα. Αντίθετα όμως με αυτό που λανθασμένα αναγράφεται στο πιο πάνω δημοσίευμα, η τίμή πρώτης προσφοράς στα ακίνητα είναι ήδη στα 2/3 της τιμης εκτίμησης, και αυτή η αλλαγή έχει γίνει εδώ και κάποια χρόνια, και είχε βέβαια θετικό αποτέλεσμα. Αυτό που πρέπει κατά τη γνώμη μου να αλλάξει είναι ο τρόπος εκτίμησης της τιμής των ακινήτων. Σήμερα, αποκλειστικά αρμόδιοι για την εκτίμηση των ακινήτων που εκπλειστηριάζονται είναι οι δικαστικοί επιμελήτες, οι οποίοι απλώς ορίζουν από μόνοι τους, εντελώς αυθαίρετα, την αγοραία αξία του ακινήτου, χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσουν τη γνώμη τους. Αυτό που πρέπει να αλλάξει, είναι η εκτίμηση των ακινήτων να γίνεται από ορκωτούς εκτιμητές ακινήτων με βάση αιτιολογημένη έκθεση που θα συντάσσουν. Η έκθεση αυτή θα επιδίδεται και στον οφειλέτη- ιδιοκτήτη του ακινήτου, ώστε να έχει το δικαίωμα αντίκρουσης αυτής Δικαστικά.

Επίσης, πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος δημοσιότητας των πλειστηριασμών, και να καθιερωθεί η μεγαλύτερη δυνατή δημοσίοτητα, κάτι που σήμερα μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη δημιουργία ενός κεντρικού site όπου θα εμφανίζονται όλοι οι πλειστηριασμοί της χώρας. Σήμερα, στους περισσότερους πλειστηριασμούς, πλειοδοτούν συνήθως μόνο τα γνωστά "κοράκια", επειδή ακριβώς μόνο αυτά έχουν τις απαραίτητες γνώσεις ή/και προσβάσεις για να ενημερώνονται για τους πλειστηριασμούς που διενεργούνται. Εάν, στους πλειστηριασμούς εμφανίζονταν περισσότεροι πλειοδότες (όπως γίνεται πχ στην Αγγλία), αυτομάτως θα παραγκωνίζονταν τα διάφορα "κοράκια", εφόσον με μεγαλύτερη συμμετοχή πλειοδοτών θα επιτυγχάνονταν μεγαλύτερες και δικαιότερες τιμές πώλησης. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου των "κορακιών", στο υπό κατάρτιση νομοσχέδιο θα περιληφθούν διατάξεις που θα προβλέπουν την κατάθεση κλειστών προσφορών από τους συμμετέχοντες, αντί των προφορικών που ισχύουν σήμερα. Όμως, αυτό το μέτρο ΔΕΝ θα λύσει το πρόβλημα, εφόσον τα διάφορα "κοράκια¨ θα υποβάλλουν και αυτά κλειστές προσφορές, και από τη στιγμή που δεν θα υποβάλλει κανείς άλλος προσφορά, πάλι θα επιτυχαίνουν να αγοράζουν ακίνητα σε εξευτελιστικές τιμές.

Για να σταματήσουν οι οφειλέτες να χάνουν τα ακίνητά τους για ένα κομμάτι ψωμί, δεν είναι απαράιτητο να αλλάξει ο τόπος πλειοδοσίας (γραπτός ή προφορικός), αλλά πρέπει αφενός η τιμή εκκίνησης να είναι δίκαιη, και αφετέρου να υπάρξει σωστή και ολοκληρωμένη ενημέρωση της αγοράς ώστε την ημέρα του πλειστηριασμού να παρευρίσκεται αριθμός προσώπων ικάνός για να πουληθεί το ακίνητο κοντά στην αγοραία του αξία, που είναι και η μόνη δίκαιη αξία πώλησης.

15/4/07

Πολεοδομία Σύρου & Αποτελεσματικότητα Εισαγγελίας Σύρου.

Από παρανομίες στην Πολεοδομία Σύρου καλά πάμε. Στον πανελλήνιο και στον τοπικό τύπο πρόσφατα δημοσιεύτηκαν "αποκαλύψεις" για πολεοδομικές παρανομίες που φαίνεται να έχουν διαπραχθεί από υπαλλήλους της Πολεοδομίας Σύρου, και αφορούν κυρίως το νησί των ανέμων, τη Μύκονο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η νοσηρή κατάσταση είναι ήδη γνωστή εδώ και χρόνια σε όλους τους Κυκλαδίτες αλλά και στο Πανελλήνιο, αφού σχετικά δημοσιεύματα είχαν ήδη δημοσιευτεί σε Αθηναϊκές εφημερίδες εδώ και καιρό, που αφορούσαν μάλιστα πολεοδομικές παρανομίες και κρούσματα εκτεταμένης διαφθοράς όχι μόνο για το νησί της Μυκόνου, αλλά και για την Τήνο και την Σύρο.

Τί έκανε όμως όλα αυτά τα χρόνια η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σύρου; Γιατί δεν υπήρξε αποτελεσματική στην ανεύρεση και στην επιτυχή ποινική δίωξη και καταδίκη των επίορκων και διεφθαρμένων υπαλλήλων της Πολεοδομίας Σύρου; Βεβαίως κάποιες παραπομπές υπαλλήλων στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου έγιναν (με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος), όμως στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οι υπάλληλοι αθωώθηκαν λόγω έλλειψης δόλου, δηλαδή με το σκεπτικό ότι ναι μεν παρανόμησαν, αλλά πρέπει να μην τιμωρηθούν αφού δεν είχαν την πρόθεση να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε τρίτο παράνομο περιουσιακό όφελος !!! Και βέβαια, ερωτάται εύλογα ο νομοταγής πολίτης, πώς είναι δυνατόν ένας δημόσιος υπάλληλος να παρανομεί χωρίς να είναι διεφθαρμένος; Γιατί παρανομεί τότε;

Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς ότι έγινε "κάποιο λάθος" Τότε όμως, εάν δεχτούμε ότι κατά λάθος (από απροσεξία, έλλειψη γνώσεων ή προσοχής) κάποιος υπάλληλος της πολεοδομίας παρανόμησε, αυτό σημαίνει ότι ο εν λόγω υπάλληλος είναι ανίκανος να εκτελέσει τα καθήκοντά του, και πρέπει για αυτόν τον λόγο και μόνον να απολυθεί ή έστω να τιμωρηθεί. Γιατί όμως, ο κος. Νομάρχης Κυκλάδων όλα αυτά τα χρόνια δεν έκανε τίποτα για να πατάξει, αν όχι τη διαφθορά των υπαλλήλων της Πολεοδομίας Σύρου, έστω την ανικανότητά τους; Η σιωπή δεν είναι συνενοχή;

Εν κατακλείδι, από τα πρόσφατα δημοσιεύματα διαβάζουμε ότι ήδη έχει επιληφθεί ο κος. Εισαγγελέας Εφετών. Ελπίζω ότι τουλάχιστον αυτή τη φορά, οι Εισαγγελικοί λειτουργοί θα καταφέρουν να επιτύχουν κάποιες καταδίκες, διότι η αθώωση υπαλλήλων που παρανόμησαν "λόγω έλλειψης δόλου", δείχνει κατά τη γνώμη μου, ότι οι αρμόδιοι Εισαγγελείς δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Δηλαδή δεν μπόρεσαν να ερευνήσουν σε βάθος την κάθε παρανομία ώστε να φέρουν στην επιφάνεια στοιχεία που θα αποδείκνυαν τον δόλο όσων παρανόμησαν. Διότι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, όταν ένας υπάλληλος πολεοδομίας παρανομεί, δεν μπορεί να το κάνει τυχαία ή από λάθος.


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-4-07
Εκθεση-φωτιά του Σώματος Ελεγκτών Διαφθορά και παρατυπίες σε νομαρχίες, δήμους και δημόσιες υπηρεσίες
Της Φωτεινης Καλλιρη
Το νησί των ανέμων, η Μύκονος, εκτός από τόπος συνάντησης επωνύμων, διεκδικεί και μία ακόμη πρωτιά: αυτή του νησιού των πιο χλιδάτων υπογείων. Δεν είναι υπερβολή, καθώς τα υπόγεια στις περισσότερες εξοχικές κατοικίες του νησιού έχουν μετατραπεί με παράνομες διαδικασίες από αποθηκευτικοί και βοηθητικοί χώροι σε κύριους χώρους, ακριβά επιπλωμένους. Αυτό αποκαλύπτεται σε πορίσματα ελεγκτών της Δημόσιας Διοίκησης, που διερεύνησαν οικοδομές και άδειες που είχαν εκδοθεί στη Μύκονο από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. Κυκλάδων. Πολεοδομικές παραβάσεις και παράνομες ηλεκτροδοτήσεις ήταν τα ευρήματα των επιθεωρητών. Καταγράφοντας την κατάσταση, αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «στην πλειοψηφία τους οι προβλεπόμενοι ως υπόγειοι χώροι στις οικίες που ελέγχθηκαν και είχαν ηλεκτροδοτηθεί, είχαν αποκαλυφθεί και η χρήση τους είχε μετατραπεί από δευτερεύουσα σε κύρια». Επίσης, σε μεγάλο ποσοστό οι στεγασμένοι χώροι στάθμευσης είχαν μετατραπεί σε χώρους κύριας χρήσης. Αμέσως συντάχθηκαν εκθέσεις αυτοψίας αυθαίρετων κατασκευών και υπολογίστηκαν πρόστιμα που φθάνουν τα 3.095.816 ευρώ και 1.547.908 (πρόστιμο διατήρησης). Η έκθεση εστάλη στον εισαγγελέα Εφετών για αναζήτηση ευθυνών, ενώ αναζητούνται και πειθαρχικές ευθύνες των υπαλλήλων που θεώρησαν τις άδειες.
Οι οικοδομικές άδειες, η αυθαίρετη δόμηση και ο πλημμελής έλεγχος που ασκείται αναδεικνύεται ως χαίνουσα πληγή για τη διοίκηση. Η έλλειψη συντονισμού των συναρμοδίων υπηρεσιών, ορθής τήρησης των αρχείων και η αδυναμία ελέγχου έχουν αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός των υποθέσεων και πλήθος αυθαίρετων κατασκευών να μην καταγράφεται. Πολλές από τις περιπτώσεις αφορούν αυθαίρετα κτίσματα σε αιγιαλό και δασικές εκτάσεις.

10/4/07

ΕΔΔΑ - Μαμιδάκης κατά Ελλάδος

Στην απόφαση Μαμιδάκης κατά Ελλάδος (11-1-2007) το ΕΔΔΑ έκρινε ότι φορολογικό πρόστιμο πολύ μεγάλου ποσού (10πλάσιο των φόρων που δεν πληρώθηκαν), παρότι σύννομο με βάση την Ελληνική Φορολογική Νομοθεσία, παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα για την προστασία της περιουσίας-ιδιοκτησίας. Τα Ελληνικά Δικαστήρια (συμπερ. του ΣτΕ, είχαν κρίνει το αντίθετο - ότι το προστμο δεν ήταν υπερβολικό).

Χρήσιμο σε υποθέσεις φορολογικού δικαίου - όπου η εφορία ή το τελωνείο επιβάλλουν υπέρογκα πρόστιμα για μικρές φοροογικές παραβάσεις.


==========================

44. En l'occurrence, la Cour observe que l'amende litigieuse est une ingérence dans le droit garanti par le premier alinéa de l'article 1 du Protocole no 1, car elle prive le requérant d'un élément de propriété, à savoir de la somme qu'il doit payer ; cette ingérence se justifie conformément au second alinéa de cet article, qui prévoit expressément une exception pour ce qui est du paiement d'impôts, d'autres contributions ou d'amendes. Toutefois, cette disposition doit être interprétée à la lumière du principe général énoncé dans la première phrase du premier alinéa, et il doit donc exister un rapport de proportionnalité raisonnable entre les moyens employés et le but recherché (Phillips c. Royaume-Uni, no 41087/98, § 51, CEDH 2001-VII).

45. Par conséquent, l'obligation financière née du paiement d'une amende peut léser la garantie consacrée par cette disposition, si elle impose à la personne en cause une charge excessive ou porte fondamentalement atteinte à sa situation financière (voir Orion-Břeclav S.R.O. c. République tchèque (déc.), no 43783/98, 13 janvier 2004).

46. Dans le cas d'espèce, la Cour n'aperçoit aucune raison de douter que l'ingérence litigieuse était conforme à la législation nationale et que celle-ci reflétait les exigences d'intérêt général, à savoir la répression de la contrebande.

47. Quant à l'exigence de proportionnalité entre l'ingérence dans le droit du requérant et le but d'intérêt général poursuivi, la Cour ne peut que constater l'importance de l'amende infligée. En effet, elle rappelle que le requérant se vit imposer, à titre personnel, une amende d'un montant total de 3 008 216 euros et fut par ailleurs déclaré conjointement responsable pour le paiement des amendes imposées à d'autres personnes pour violations douanières, d'un montant total de 4 946 145 euros. A n'en pas douter, il s'agit de sommes extrêmement élevées, allant jusqu'au décuple des taxes frappant l'objet de l'infraction ; cette situation amena par ailleurs les juges dissidents du Conseil d'Etat à considérer que l'amende litigieuse constituait une charge exorbitante même pour de très grandes entreprises et qu'il en résultait ainsi une confiscation de facto de la propriété du requérant, en violation de l'article 1 du Protocole no 1 (voir ci-dessus, paragraphe 15 in fine).

48. Dans ces circonstances, même en tenant compte de la marge d'appréciation dont disposent les Etats contractants en cette matière (voir, Baláž c. Slovaquie (déc.), no 60243/00, 16 septembre 2003 ; Valico S.r.l. c. Italie (déc.), no 70074/01, 21 mars 2006), la Cour estime que l'imposition de l'amende en question a porté une telle atteinte à la situation financière du requérant qu'il s'agissait d'une mesure disproportionnée par rapport au but légitime qu'elle poursuivait.

Partant, il y a eu violation de l'article 1 du Protocole no 1.

ECJ: AN AGREEMENT FOR THE REDEVELOPMENT OF AN AREA IN A TOWN CONSTITUTES A PUBLIC WORKS CONTRACT

Interesting new ECJ decision. Might apply to UK planning law mutatis mutandus when planning agreements are concerned. The case is similar to the ECJ case of Ordine degli Architetti delle Province di Milano et Lodi v Comune di Milano, which I discussed in Planning agreements and EC public procurement law [2003] Journal of Planning & Environment Law, June, pp. 666-677.
Could write a new article/case note discussing the impact (if any?) of this new decision on English planning agreements - sort of an update of the previous artcle ?
========================================
Press and Information
PRESS RELEASE No 02/07
18 January 2007
Judgment of the Court of Justice in Case C-220/05
Jean Auroux and Others v. Commune de Roanne with Société d'équipement du département de la Loire (SEDL) (third party)
AN AGREEMENT FOR THE REDEVELOPMENT OF AN AREA IN A TOWN CONSTITUTES A PUBLIC WORKS CONTRACT
On that basis, such an agreement, whose value is to be determined by taking into account the overall volume of the development project, is subject to the Community rules for the award of public contracts where it exceeds the relevant
threshold.
In 2002, the French municipality of Roanne decided, as an urban development measure, to construct a leisure centre in the area around the railway station, including a multiplex cinema, commercial premises, a public car park, access roads and public spaces. The construction of other commercial premises and a hotel were envisaged subsequently.
In order to execute that project, the municipality of Roanne engaged a semi-public development company, the Société d'équipement du department de la Loire (SEDL), to acquire land, obtain funding, carry out studies, organise an engineering competition, undertake construction works, coordinate the project and keep the municipality informed.
Certain members of the Municipal Council, who took the view that the agreement should have been made subject to advertising and a call for tenders, requested the Tribunal
administratif de Lyon (Administrative Court, Lyon) to annul the Municipal Council's resolution which resulted in SEDL's engagement. The Tribunal administratif de Lyon asked the Court of Justice of the European Communities about the interpretation of the directive concerning the coordination of procedures for the award of public works contracts1 and, in particular, whether the engagement of SEDL constituted the award of a public works contract which must be the subject of a call for competition in accordance with the directive.
As regards the question whether the development agreement constitutes a public works contract
, the Court recalls, first of all, that the directive concerning the coordination of procedures for the award of public works contracts defines a public works contract as any written contract, concluded for pecuniary interest between a
contractor and a contracting authority (State, local authority, body governed by public law) whose purpose is, in particular, the design

Council Directive 93/37/EEC of 14 June 1993, as amended, concerning the coordination of procedures for the award of public works contracts (OJ L 199, p. 54-83).

and/or execution of works, or a work corresponding to the requirements specified by the contracting authority.
The Court notes that SEDL, a contractor within the meaning of the directive, was engaged by the municipality on the basis of an agreement concluded in writing. It observes that, although the agreement to engage SEDL contains an element which provides for the supply of services, that is to say the administration and organisation of the works, its main purpose consists in the construction of a leisure centre, that is to say a
work within the meaning of the directive. The Court states that it is irrelevant, in that regard, that SEDL does not execute the works itself and that it has them carried out by subcontractors.
The Court states that it is apparent from the agreement that the construction of the leisure centre is intended to house commercial and service activities designed to regenerate an area in the town, so that it must be regarded as fulfilling an economic function. That finding is not called into question by the fact that a number of buildings forming part of the work are intended to be sold to third parties. Finally, the Court states that the agreement was concluded for pecuniary interest, which refers to both the consideration from the municipality and third parties to whom some of the works are to be sold.
In those circumstances, the Court holds that the agreement must be classified as a public
works contract within the meaning of the directive.

As regards the methods for calculation of the value of the public works contract, in order to determine whether the value of the agreement exceeds the threshold for application of the directive, the Court observes that the total value of the works contract must be taken into account from a potential tenderer's point of view, that includes not only all the amounts that the contracting authority is to pay, but also all the revenue received from third parties.

As regards the possibility to avoid the procedure for award of a public works contract, the Court states that, according to the directive, a contracting authority cannot be exempt from using such procedures on the ground that, according to national law,
those agreements can be concluded only with certain legal persons who are themselves bound to apply those procedures in order to award any subsequent contracts. As SEDL is a semi-public company, whose capital includes private funds, the project cannot be classified as in house.

Unofficial document for media use, not binding on the Court of Justice. Languages available: BG, CS, DE, EN, FR, HU, NL, PL, RO, SK, SL The full text of the judgment may be found on the Court’s internet site http://curia.europa.eu/jurisp/cgi-bin/form.pl?lang=EN&Submit=rechercher&numaff=C-220/05 It can usually be consulted after midday (CET) on the day judgment is delivered.