19/5/22

Κατάθεση αίτησης ανανέωσης άδειας διαμονής σε αναρμόδια υπηρεσία - Υποχρέωση παραπομπής - Ακύρωσης απορριπτικ΄ςη απόφασης διοίκησης

 Το Δικαστήριο δέχεται ότι το άρ. 4 του Κωδικα Διοικητικής Διαδικασίας εφαρμόζεται και στις αιτήσεις ανανέωσης αδειών διαμονής. Άρα αίτηση ανανέωσης άδειας διαμονής που κατατίθεται σε κατά τόπο αναρμόδια υπηρεσία, δεν θα πρέπει να απορρίπτεται, αλλά να παραπέμπεται στην αρμόδια υπηρεσία. Το Δικαστήριο ακυρώνει συνεπώς απορριπτική απόφαση ΔΑΜ που απέρριψε λόγω κατάθεσης αίτησης σε αναρμόδια υπηρεσία.

==================================================

Αριθμός απόφασης ΑΔ15/2022

ΑΚΔ: ΑΚΥ33/2019

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ

Τμήμα 2ο Τριμελές

Ακυρωτική Διαδικασία

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με δικαστές τους: Μαρία Ζιάκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Μιχαήλ Πιερρουτσάκο και Aνδρέα Ασημακόπουλο, Πρωτοδίκες Δ.Δ., και γραμματέα την Αικατερίνη Αντωνοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
 για να δικάσει την αίτηση ακύρωσης, με ημερομηνία κατάθεσης 8-11-2019,
 του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ   υπηκόου Αλβανίας, κατοίκου Πειραιά Αττικής  ), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ιακώβου Παραδείση, ο οποίος ανακάλεσε την από 12.11.2021 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.,
 κατά του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Κατά τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε τον εισηγητή της υπόθεσης Ανδρέα Ασημακόπουλο, Πρωτοδίκη Δ.Δ., ο οποίος διάβασε την έκθεσή του.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα,
 σκέφθηκε κατά τον νόμο
 1.Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ακύρωσης για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το 306999320950 0107 0085 e-παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής του), ο αιτών ζητεί παραδεκτώς την ακύρωση της υπ’ αριθμ. πρωτ. 8269/Αρ.φακέλου29400/26.7.2019 απόφασης του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ. 6154/19.7.2018 αίτηση του αιτούντος για ανανέωση της άδειας διαμονής του και του επιβλήθηκε το μέτρο της οικειοθελούς αναχώρησης από τη Χώρα.

 2.Επειδή, στο άρθρο 2 του ν. 4018/2011 (Α΄ 215) ορίστηκε ότι: «1. Η αρμοδιότητα των Δήμων της Χώρας για την παραλαβή των αιτήσεων πολιτών τρίτων χωρών για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας διαμονής… μεταφέρεται στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, στη χωρική αρμοδιότητα των οποίων αυτοί υπάγονται. Με αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται, τα σημεία υποδοχής, όπου κατατίθενται οι αιτήσεις των πολιτών τρίτων χωρών για τη χορήγηση και την ανανέωση της άδειας διαμονής τους… Για τις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων οι αποφάσεις εκδίδονται ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του οικείου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και με αυτές καθορίζονται τα σημεία υποδοχής, ανά νομό ή νομαρχία, καθώς και η ημερομηνία κατά την οποία μεταφέρονται στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, που ορίζονται ως σημεία υποδοχής, οι σχετικές αρμοδιότητες των οικείων Δήμων. Ως σημείο υποδοχής ορίζεται η οικεία Διεύθυνση ή Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, που εδρεύει σε κάθε νομό της Αποκεντρωμένης Διοίκησης… 2. Οι Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, οι οποίες ορίζονται ως σημεία υποδοχής με τις αποφάσεις της προηγούμενης παραγράφου και από την κατά περίπτωση οριζόμενη σε αυτές ημερομηνία, αναλαμβάνουν πέραν των λοιπών αρμοδιοτήτων τους… ιδίως : α. την παραλαβή των αιτήσεων για τη χορήγηση ή την ανανέωση των αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων νόμιμης διαμονής. β. την αναζήτηση δικαιολογητικών μέσω ηλεκτρονικής διασύνδεσης, εφόσον υφίσταται τέτοια δυνατότητα, από τρίτους φορείς για τη συμπλήρωση των φακέλων των αιτήσεων. γ… 3. Από την ημερομηνία που ορίζεται, κατά περίπτωση, στις αποφάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι Δήμοι που εδρεύουν στον αντίστοιχο νομό παύουν να υποδέχονται πολίτες τρίτων χωρών για θέματα αδειών διαμονής και παραδίδουν, με πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, στην ορισθείσα ως αρμόδια προς τούτο υπηρεσία, τους φακέλους που βρίσκονται σε εκκρεμότητα… 4…». Κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 4018/2011 εξεδόθη η 34547/2013 (ΦΕΚ Β 1785/2013) κοινή υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α.), με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ως σημείο υποδοχής (Υπηρεσία μιας στάσης), μεταξύ άλλων, η Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής.

 3.Επειδή, περαιτέρω στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 4251/2014 (ΦΕΚ 80 Α΄) ορίζεται ότι: «2. Οι αιτήσεις για την ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία μιας στάσης της αρμόδιας Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αιτούντος ή στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4018/2011. …». Εξάλλου στον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, ότι: «1. α. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών, … Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή οφείλει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο. …».

 4.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: O αιτών, υπήκοος Αλβανίας, κάτοχος του υπ’ αριθμ. BJ244059 διαβατηρίου εκδόσεως Αλβανίας λήξεως 1.4.2020, κατέθεσε την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6154/19.7.2018 αίτησή του, μετά των συνημμένων δικαιολογητικών, στο τμήμα αστικής κατάστασης, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης Κυκλάδων στην Ερμούπολη Σύρου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Νοτίου Αιγίου, με την οποία αιτήθηκε την ανανέωση της άδειας διαμονής που κατείχε σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ29400/7524/4.10.2017 απόφαση του ιδίου ως άνω τμήματος της ιδίας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε το ως άνω αίτημά του με το σκεπτικό ότι «όπως προκύπτει από την υπεύθυνη δήλωση/εξουσιοδότηση, την καρτέλα ενσήμων και το εκκαθαριστικό της εφορίας ο εν θέματι είναι κάτοικος Πειραιά. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 4251/2014, “Oι αιτήσεις για ανανέωση αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία… του τόπου διαμονής του αιτούντος…”», και περαιτέρω επιβλήθηκε εις βάρος του το μέτρο της οικειοθελούς αναχώρησης από τη Χώρα.

 5.Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, και με το επ’ αυτής νομίμως κατατεθέν στις 17.11.2021 υπόμνημα, ο αιτών ζητεί την ακύρωση της ανωτέρω πράξης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον η υπηρεσία, στην οποία κατατέθηκε η εν λόγω αίτησή του, ήτοι το τμήμα αστικής κατάστασης, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης Κυκλάδων στην Ερμούπολη Σύρου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Νοτίου Αιγίου, ήταν αναρμόδιο για να προβεί στην εξέτασή της, λόγω του ότι ο αιτών ήταν κάτοικος Πειραιά, έπρεπε να τη διαβιβάσει στην αρμόδια κατά τόπο υπηρεσία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Διοικ.Διαδ. και όχι να την απορρίψει για τον λόγο αυτό.

 6.Eπειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως απορρίφθηκε η αίτηση του αιτούντος για ανανέωση της άδειας διαμονής του διότι σε περίπτωση, όπως εν προκειμένω, κατά την οποία η αρμόδια καθ’ύλην υπηρεσία, στην οποία κατατίθεται αίτημα ανανέωσης άδειας διαμονής αλλοδαπού, διαπιστώσει ότι κατά τόπο αρμόδια είναι αντίστοιχη υπηρεσία άλλης Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στην περιφέρεια της οποίας, όπως προκύπτει από τα δικαιολογητικά του εν θέματι αλλοδαπού έχει τον τόπο διαμονής του, οφείλει, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να παραπέμψει την εκκρεμή αίτηση στην εν λόγω αρμόδια κατά τόπο Αρχή, και όχι να την απορρίψει για τον λόγο αυτό. Ενόψει αυτών, εφόσον εν προκειμένω διαπιστώθηκε από το τμήμα αστικής κατάστασης, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης Κυκλάδων στην Ερμούπολη Σύρου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Νοτίου Αιγίου ότι ο αιτών, βάσει των υποβληθέντων από αυτόν δικαιολογητικών, δεν διέμενε, κατά τον χρόνο υποβολής της υπ’ αριθμ. 6154/19.7.2018 αίτησής του για ανανέωση της άδειας διαμονής του, σε τόπο της χωρικής του αρμοδιότητας, αλλά στον Πειραιά, όφειλε, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να παραπέμψει την εν λόγω αίτηση στην αρμόδια για την παραλαβή της και περαιτέρω εξέτασή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, και όχι να την απορρίψει. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι ζητήματα αναγόμενα στην αρμοδιότητα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη με την αίτηση ακύρωσης πράξη είναι εξεταστέα και αυτεπαγγέλτως (βλ. ΣτΕ 787/2016, 552/2008, 3263/2000 7μ.), το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ. 8269/Αρ.φακέλου29400/26.7.2019 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, τυγχάνει ακυρωτέα. Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου να προβεί στις απαιτούμενες εκ του νόμου ενέργειες (παραπομπή της 6154/19.7.2918 αίτησης του αιτούντος στην αρμόδια αρχή). Τέλος, πρέπει να αποδοθεί στον αιτούντα το καταβληθέν παράβολο, κατ’ άρθρο 36 παρ. 4 εδ. α΄ του π.δ/τος 18/1989, ενώ δεν καταλογίζονται σε βάρος του καθ’ου τα δικαστικά έξοδα του αιτούντος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, κατ’ άρθρο 275 παρ.1 εδ. τελ. του Κ.Δ.Δ., [που εφαρμόζεται αναλόγως, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. στ΄ του ν. 702/1977 (ΦΕΚ Α΄ 268), όπως η περ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο 50 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α΄ 77)]. 
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
 Δέχεται την αίτηση. 
Ακυρώνει την υπ αριθμ. πρωτ. 8269/Αρ.φακέλου29400/26.7.2019 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου.
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί στις κατά το σκεπτικό νόμιμες ενέργειες.
 Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αιτούντα.
 Η διάσκεψη του δικαστηρίου έγινε στη Σύρο την 1.3.2022 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 16-3-2022.
 Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
 ΜΑΡΙΑ ΖΙΑΚΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
 

10/12/21

Αντίθετη προς το Σύνταγμα η διάταξη του άρθ. 72 § 1 ΚωδΔικ περί αυξημένης δικηγορικής αμοιβής για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή ΜΠρΧαλκ 135/2021

 

Επιτέλους μια απόφαση που ταυτίζεται με την κοινή λογική:   " η θέσπιση υψηλής ελάχιστης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον η κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ σύνταξη και επίδοση επιταγής προς εκτέλεση δεν προϋποθέτει προηγούμενη όχληση του οφειλέτη, άρα η κατ’ άρθρο 72 παρ. 1 ν. 4194/2013 αυξημένη δικηγορική αμοιβή δεν «επιβαρύνει» (κατά την έννοια των άρθρων 932, 975 ΚΠολΔ) εν τέλει μόνο το δύστροπο καθ’ ου η εκτέλεση, όπως έχει καθιερωθεί να αποδίδεται ως η ratio της ως άνω διάταξης, αλλά ακόμη και εκείνον που είτε είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί προς την εκτελεστή δικαστική απόφαση, χωρίς την άσκηση ένδικων βοηθημάτων, αλλά δεν πρόλαβε, για οποιοδήποτε λόγο, να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής, είτε αδυνατεί για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. οικονομική αδυναμία) να συμμορφωθεί. Δηλαδή ο οικονομικά αδύναμος οφειλέτης ή εκείνος, που απλά δεν πρόλαβε να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής, ούτε ενθαρρύνεται ούτε αποθαρρύνεται με την ελεγχόμενη διάταξη, διότι πολύ απλά δεν μπορεί να πράξει αλλιώς, δεν έχει δυνατότητα εναλλακτικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω το ως άνω μέτρο κρίνεται μη αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, στο βαθμό που το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, με τη θέσπιση π.χ. ενός πλαισίου, εντός του οποίου μπορεί να κυμανθεί η - έχουσα με τον τρόπο αυτό χαρακτήρα ποινής - δικηγορική αμοιβή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, ήτοι στις ποινές τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ και στις χρηματικές ποινές των άρθρων 946, 947, 950 ΚΠολΔ (που πάντως προϋποθέτουν προηγούμενη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και δυστροπία). Τέλος, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 κρίνεται μη αναλογική εν στενή έννοια, διότι δεν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία και συνάφεια προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς η «βλάβη» του καθ’ ου η εκτέλεση, δηλαδή η οικονομική του επιβάρυνση, ως μέτρο αποθάρρυνσης της μη άμεσης συμμόρφωσής του προς τη δικαστική απόφαση, συνδέεται και καταλήγει να είναι «ωφέλεια», όχι του Ελληνικού Δημοσίου, για την απασχόληση των δικαστηρίων, ή του ίδιου του επισπεύδοντος, για την καθυστερημένη ικανοποίηση της αξίωσής του (σκοπός που υπηρετείται άλλωστε σε περίπτωση χρηματικής οφειλής με τους τόκους υπερημερίας και επιδικίας), αλλά του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος, και μάλιστα υπέρμετρη, με τη θέσπιση δικαιώματος λήψης αμοιβής για μια υπηρεσία, που στην ελεγχόμενη περίπτωση της σύνταξης επιταγής είναι (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων που μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη διάταξη του άρθρου 58 ν. 4194/2013) εύκολη και σύντομη."

 

=================================

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 135/2021

(Ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρίνα Καυκούλα, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Χαλκίδας, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μυστριώτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιουνίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...» και με το διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στη Χαλκίδα του Δήμου Χαλκιδέων Εύβοιας (οδός ... αριθ. ...), με Α.Φ.Μ. ... και το οποίο τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση με την υπ’ αριθ. .../2/8.12.2013 (Φ.Ε.Κ. .../8.12.2013) απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος και, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1/4.4.2016 απόφασης της ίδιας Επιτροπής (Φ.Ε.Κ. .../5.4.2016), εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή αυτού εταιρεία με την επωνυμία «...» και με τον διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.», με Α.Φ.Μ. ..., που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευαγγελίας Ξυπνητού, που κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το υπ’ αριθ. .../9.6.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Ναυπλίου.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) ... ... του ..., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών (οδός ... αριθ. ...), με Α.Φ.Μ. ... και 2) ... χήρας ... ..., το γένος ... ..., κατοίκου Πεντέλης Αττικής, με Α.Φ.Μ. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Βασιλικής Νταντάκου, που κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το υπ’ αριθμό .../18.6.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Χαλκίδας.

Το ανακόπτον ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.4.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης την 15η.4.2021 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου γενικό .../2021 και ειδικό .../2021 ανακοπή, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από αυτό, τηρούμενων των όσων ορίζονται στην Κ.Υ.Α. με αριθμό ΔΙα/Γ.Π.οικ. 35169/2021 (Φ.Ε.Κ. Β' 2366/5.6.2021) «Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2021 και ώρα 6:00».

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανάπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή, και για τους λόγους που εκθέτει σ’ αυτή, το ανακόπτον νομικό πρόσωπο ζητεί να ακυρωθεί α) η επιδοθείσα σ’ αυτό από τους καθ’ ων η ανακοπή, την 12η.4.2021, από 9.4.2021 επιταγή προς εκτέλεση, που έχει γραφεί κάτω από αντίγραφο του πρώτου υπ’ αριθμό 30/2020 απογράφου της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμό 203/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας και β) κάθε πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται σε βάρος του ανακόπτοντος με την ίδια δικαστική απόφαση. Επίσης, το ανακόπτον ζητεί να καταδικαστούν οι καθ’ ων η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ανακοπή παραδεκτά εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 584 και 933 παρ.1 και 3 εδ.α' ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 937 παρ.3 ΚΠολΔ), όπως τα προαναφερόμενα άρθρα 933 και 937 ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ.2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (και όπως, ακολούθως, στην παρ.3 του άρθρου 933 προστέθηκε εδ.β' με την παρ.2 του άρθρου 207 του ν.4512/2018) και, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο ένατο παρ.3 του ν.4335/2015, εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, επί της οποίας ερείδεται η επιχειρούμενη εκτελεστική διαδικασία, διενεργείται μετά την 1.1.2016, εκτός από το υπό το στοιχείο β' αναφερόμενο πιο πάνω αίτημά της (περί ακύρωσης κάθε πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης), το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, γιατί είναι αόριστο, επειδή και η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ είναι ειδικότερη μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. ΚΠολΔ και πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 583 και 585 ΚΠολΔ, να περιέχει και ορισμένο αίτημα, το οποίο είναι διαπλαστικό και συνίσταται στην για ορισμένους λόγους ακύρωση συγκεκριμένης πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι γενικά της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελείται από περισσότερες διαδικαστικές πράξεις (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γεν. Μέρος, έκδ. 1998, σελ. 626). Περαιτέρω, η ανακοπή, στην άσκηση της οποίας νομιμοποιούνται παθητικά οι καθ’ ων στρέφεται αυτή, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της αυτοί είναι εκείνοι που επισπεύδουν την αναγκαστική εκτέλεση με την επίδοση εκ μέρους τους της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή (βλ. Ι.Χαμηλοθώρη/Χ.Κλουκίνα/Θ. Κλουκίνα, Δίκαιο Αναγκαστικής εκτέλεσης, τόμ.1ος, έκδ. 2003, σελ. 316), ασκήθηκε εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η, μετά την επίδοση της ανακοπτόμενης επιταγής, διενέργεια άλλης πράξης εκτέλεσης (άρθρα 933 και 934 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει η ανακοπή να γίνει τυπικά δεκτή και ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του θεσπισθέντος με το ν.3588/2007 Πτωχευτικού Κώδικα «1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26», στο οποίο προβλέπονταν ρυθμίσεις για τους ενέγγυους πιστωτές, «από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες». Από 1.1.2021 άρχισε να ισχύει ο ν.4738/2020, στο άρθρο 265 του οποίου (σε συνδ. με το άρθρο 308 του ίδιο νόμου) ορίζεται ότι από 1.1.2021 καταργείται ο ν.3588/2007 και ότι «Όπου γίνεται αναφορά σε νόμο στον Πτωχευτικό Κώδικα, ν.3588/2007, νοείται ο παρών νόμος. Οι εκκρεμείς κατά τον χρόνο δημοσίευσης διαδικασίες του Πτωχευτικού κώδικα, ν.3588/2007, εξελίσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του». Στο δε άρθρο 100 παρ.1, 3 και 4 του ν.4738/2020 ορίζεται ότι «1. Με επιφύλαξη της παρ.3 του άρθρου 101 από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, 3. Ασφαλιστικά μέτρα των παρ.5 και 6 του άρθρου 46 του ν.4174/2013...αναστέλλονται κατά το μέρος .... 4. Πράξεις κατά παράβαση των αναστολών των παρ.1 και 3 είναι απολύτως άκυρες. Οι αναστολές των παρ.1 έως 3 δεν καταλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των ομαδικών πιστωτών». Η παρ.3 του άρθρου 101 του ν.4738/2020, εξάλλου, υπό την επιφύλαξη της οποίας τελεί η εκ του άρθρου 100 του ίδιου νόμου οριζόμενη αναστολή των ατομικών καταδιώξεων, αφορά τους ενέγγυους πιστωτές, δηλαδή τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις εξασφαλίζονται με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια επί συγκεκριμένου αντικειμένου της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 96 παρ.1 περ. γ' του ν. 4738/2020 και άρθρο 21 παρ.1 περ. γ' του ν.3588/2007). Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 25 του ν. 3588/2007 και 100 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 4738/2020 προκύπτει με σαφήνεια ότι η προβλεπόμενη από αυτές αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων αφορά μόνο τους πτωχευτικούς πιστωτές και τις πτωχευτικές απαιτήσεις τους, με εξαίρεση τους ενέγγυους πιστωτές (ΜΕφΛάρ 186/2020 ΤΝΠ Ισοκράτης). Σύμφωνα δε με το άρθρο 96 παρ. 1 του ν.4738/2020 και την όμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του προϊσχυοντος ν.3588/2007, «πτωχευτικός πιστωτής είναι εκείνος που κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχει κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικά επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση». Επομένως, η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν εφαρμόζεται ως προς τους ενέγγυους πιστωτές και ως προς τους πιστωτές εκείνους, των οποίων οι απαιτήσεις δημιουργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Οι τελευταίοι αυτοί πιστωτές διακρίνονται: α) στους ομαδικούς πιστωτές, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ.4 του ν.4738/2020, είναι εκείνοι των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο μετά την πτώχευση και προέρχονται από τη δραστηριότητα του συνδίκου ή του οφειλέτη (αν του έχει ανατεθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο η διοίκηση της περιουσίας του) ή συνδέονται με τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και β) στους μεταπτωχευτικούς πιστωτές, που είναι εκείνοι, οι απαιτήσεις των οποίων δημιουργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης, αλλά από τη δραστηριότητα του ίδιου του πτωχού οφειλέτη, ο οποίος δεν χάνει την δικαιοπρακτική ικανότητά του από το γεγονός ότι έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Οι ομαδικοί πιστωτές στρέφονται προς ικανοποίηση των αξιώσεων τους κατά του συνδίκου, ενώ οι μεταπτωχευτικοί πιστωτές κατά του ίδιου του οφειλέτη, ενώ και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δεν υπόκεινται στην πτωχευτική διαδικασία, αλλά μπορούν να εγείρουν αγωγή, να επιτύχουν εκτελεστό τίτλο και να προβούν σε εκτέλεση κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, ικανοποιούνται δε οι μεν ομαδικοί από την πτωχευτική περιουσία, οι δε μεταπτωχευτικοί μόνο από την μεταπτωχευτική περιουσία, της δε πτωχευτικής περιουσίας μπορούν να επιληφθούν μόνο μετά το πέρας της πτώχευσης και εφόσον επήλθε σύγχυση μεταξύ πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας (ΑΠ 521/2015, ΤΕφΠειρ 255/2011, ΜΕφΛάρ 250/2015, ΠΠρΘεσ 24336/2018, ΠΠρΘεσ 4288/2016, Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό δίκαιο, έκδ. στ', σελ. 279, 282, 304, Ε. Περάκη, Πτωχευτικό δίκαιο, έκδ. 2010, σελ. 305). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 145 του ν.4261/2014 «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ’ αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης. β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος... δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος.... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ...». Το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 145 του ν.4261/2014 είχε και το άρθρο 68 του ν. 3601/2007, στο άρθρο δε 166 παρ.1 και 2 του ν.4261/2014 (Φ.Ε.Κ. Α' 107/5.5.2014) ορίζεται ότι: «1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007 (Α' 178), και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν, και στον παρόντα νόμο, νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την αντιστοίχιση, όπως αυτή φαίνεται στο παράρτημα 1 του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. 2. Οι κανονιστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί από Υπουργούς ή αρμόδιες αρχές, βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες κανονιστικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου». Περαιτέρω, στην, δυνάμει της εκ του άρθρου 68 παρ.2 του ν.3601/2007 και ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότηση του άρθρου 145 του ν.4261/2014 εκδοθείσα απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β' 2498/4.11.2011, ορίζεται ότι: «Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ.2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα. Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος». Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως το ανακόπτον, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση, αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ό,τι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού, ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς, της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως, συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς διά της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης άρθρα 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 145 του ν. 4261/14 των διατάξεων εκείνων του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 68 του ν.3601/2007 εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ δε των διατάξεων αυτών περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του άρθρου 25 του προϊσχύοντος Πτωχευτικού Κώδικα και, συνακόλουθα, και οι όμοιου περιεχομένου πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 100 του ν.4738/2020, που προβλέπουν την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους, απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων (ΑΠ 348/2020, ΑΠ 672/2019, ΑΠ 822/2015 ΤΝΠ Νόμος). Οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στις επίσης εφαρμοζόμενες επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διατάξεις των πιο πάνω αναφερόμενων άρθρων 21 του ν. 3588/2007 και ήδη 96 του ν.4738/2020 και, επομένως, ως τέτοιοι (δηλαδή ως πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι, που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη, απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 643/2020, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 822/2015, ΑΠ 521/2015, ΤΕφΛάρ 167/2019, ΤΕφΛάρ 159/2016, ΤΝΠ Ισοκράτης). Αν, επομένως, η κατά του πιστωτικού ιδρύματος απαίτηση γεννήθηκε μετά τη θέση του σε καθεστώς εκκαθάρισης, δεν πρόκειται περί πιστωτή της εκκαθαρίσεως και δεν καταλαμβάνεται η επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησης αυτής από την προαναφερόμενη αυτοδίκαιη αναστολή, όπως ακριβώς ισχύει και για τον ομαδικό ή τον μεταπτωχευτικό πιστωτή.

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του το ανακόπτον πιστωτικό ίδρυμα ισχυρίζεται ότι με την υπ’ αριθμό .../2/8.12.2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Ε.Π.Α.Θ.) της Τράπεζας της Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. .../8.12.2013) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του, υπήχθη αυτό σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 68 του ν. 3601/2007 και ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής αυτού η εταιρεία με την επωνυμία «... Α.Ε.» και ακολούθως, με την υπ’ αριθ. .../1/4.4.2016 απόφαση της ίδιας Επιτροπής (Ε.Α.Π.Θ.) της Τράπεζας της Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. .../5.4.2016) η αναφερόμενη πιο πάνω εταιρεία με την επωνυμία «...». Ότι μετά την υπαγωγή του σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης υπέβαλε αίτηση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 399/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου κατά του ... ... του ... και κατά της δεύτερης των καθ’ ων η υπό κρίση ανακοπή, οι οποίοι άσκησαν ανακοπή και πρόσθετους επ’ αυτής λόγους και ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Ότι με την υπ’ αριθμό 502/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της και οι ανακόπτοντες άσκησαν κατά της απορριπτικής απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 13.11.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης γενικό και ειδικό .../.../16.11.2017 έφεσή τους, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της οποίας απεβίωσε ο εκκαλών ... ... του ... και η δίκη, μετά τη διακοπή της για το λόγο αυτό, επαναλήφθηκε από τη δεύτερη εκκαλούσα και από την ... ..., νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση του λόγου αυτού πραγματικά περιστατικά, η απαίτηση, την οποία επιτάχθηκε με την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση να καταβάλει το ανακόπτον, δεν καταλαμβάνεται από την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων που ορίζει ο Πτωχευτικός Κώδικας και ισχύει και στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, αφού δεν υπήρχε αυτή (η απαίτηση) και ούτε βέβαια ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη κατά το χρόνο που τέθηκε το ανακόπτον σε ειδική εκκαθάριση (8.12.2013), αλλά γεννήθηκε μεταγενέστερα με και από τη δημοσίευση της υπ’ αριθμό 203/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας (14.8.2020). Συνακόλουθα, δεν πρόκειται για απαίτηση πιστωτή της εκκαθαρίσεως, αφού ως τέτοιος πιστωτής (ταυτιζόμενος με τον πιστωτή της πτώχευσης και καταλαμβανόμενος, επομένως, από την προαναφερόμενη αναστολή) θεωρείται εκείνος, που διατηρεί κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γεννημένη και δικαστικά επιδιώξιμη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της ανακοπής ως μη νόμιμος.

Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Με τη διάταξη αυτή ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από την παράγραφο αυτή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 934/2020, ΑΠ 642/2020, ΑΠ 1368/2019, στην ΤΝΠ Νόμος). Αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο, σύμφωνα με την υπέρ αυτού συνταγματική επιφύλαξη, σε αντιδιαστολή με το δικαστή, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αποφατική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (ΟλΑΠ 6/2009 ΤΝΠ Νόμος). Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 5/2013, ΟλΑΠ 271/2008, ΑΠ 1056//2020, ΑΠ 264/2020, στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου η κατά το άρθρον 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ισότητα όλων των Ελλήνων έναντι του νόμου, η οποία αφορά όχι μόνον την εφαρμογή αλλά και τη θέσπιση του νόμου, περιορίζει τον νομοθέτη κατά την ρύθμιση των εννόμων σχέσεων των πολιτών και επιβάλλει σε αυτόν την υποχρέωση επί ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων να μη νομοθετεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εισάγει εξαιρέσεις ή να κάνει εν γένει διακρίσεις. Επιπλέον αποκλείει από τον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα όμοιας ρύθμισης ανόμοιων περιπτώσεων, η οποία οδηγεί σε ανισότητες, όταν η όμοια ρύθμιση ανόμοιων περιπτώσεων δεν επιβάλλεται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 690/1983). Στην πραγματικότητα η αρχή της ισότητας των ανθρώπων είναι αρχή της ίσης μεταχείρισης των ανθρώπων και ίση μεταχείριση σημαίνει μεταχείριση χωρίς προσωπικές προκαταλήψεις και διακρίσεις, το σημείο αναφοράς δεν είναι πια κατ’ ανάγκη ο άνθρωπος καθ’ εαυτός, αλλά η υπό ρύθμιση ή κρίση περίπτωση. Η αρχή της ισότητας σημαίνει πια (θετικά) την επιταγή της απρόσωπης και αντικειμενικής κρίσης και (αποθετικά) την απαγόρευση κάθε αυθαίρετης διάκρισης, κάθε διάκρισης δηλαδή που στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια και αγνοεί την ουσιώδη ομοιότητα των υπό ρύθμιση ή κρίση περιπτώσεων. Από την άλλη πλευρά απαγορεύεται η ίση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων περιπτώσεων, γιατί και αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα αυθαίρετη μεταχείριση, αφού αγνοεί υφιστάμενα ή στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια (Π. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τόμ. Β', αριθ. 1366, 1367). Η παραβίαση της αρχής της ισότητας ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ' αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης, ή η κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση, μπορεί βέβαια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες, συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, και στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται. Πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρύθμισης να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση άλως τυπικά ή συμπωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΑΕΔ 8/2019, ΑΠ 955/2020, ΑΠ 663/2019, ΑΠ 505/2019, στην ΤΝΠ Ισοκράτης). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζεται: «Αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση. 1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Η ratio της ρύθμισης αυτής δεν εκφράζεται μεν πανηγυρικά στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4194/2013, έχει όμως ήδη εντοπιστεί τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία στη «βούληση του νομοθέτη να λειτουργήσει αυτή η διάταξη ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση». Υπό το πρίσμα των ανωτέρω υποστηρίζεται, ότι «η αύξηση της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή αποβλέπει στην πάταξη της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, της παρέλκυσης των δικών και της στρεψόδικης μη συμμόρφωσης προς τα επιτασσόμενα από τις δικαστικές αποφάσεις. Εντάσσεται δηλαδή σε μια σειρά από επανειλημμένες νομοθετικές παρεμβάσεις, που επιχειρήθηκαν με διάφορους νόμους μετά το έτος 2011 στην Ελλάδα, όπως π.χ. η αύξηση των ποινών τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ από 150-880 σε 1.000 - 2.500 ευρώ με το ν. 4335/2015, η καθιέρωση αυστηρότερων επιταγών προς καλόπιστη διεξαγωγή της δίκης κατ' άρθρο 116 ΚΠολΔ επίσης με το ν. 4335/2015, η αύξηση του ανώτατου ορίου της χρηματικής ποινής των άρθρων 946, 947, 950 ΚΠολΔ από 5.900 σε 50.000 ευρώ με το ν. 3994/2011, η αύξηση του (ανώτατου) ορίου της χρηματικής ποινής των άρθρων 947 και 950 σε 100.000 ευρώ με το ν. 4335/2015, η καθιέρωση παραβολών προς άσκηση ενδίκου μέσου με τον ν. 4055/2012, η θέσπιση του ειδικού επιτοκίου επιδικίας προσαυξημένου κατά 2% και 3% κατά περίπτωση με τον ν. 4055/2012 (Π. Γιαννόπουλος, ΕΠολΔ 2017, σελ. 550, Σ. Σταματόπουλος, ΕλλΔνη 2018.389 επ.). Ωστόσο η ως άνω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013, στο μέτρο που με αυτή επιδιώκεται η ενθάρρυνση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο, όπως εκτίθεται πιο πάνω στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, η θέσπιση υψηλής ελάχιστης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον η κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ σύνταξη και επίδοση επιταγής προς εκτέλεση δεν προϋποθέτει προηγούμενη όχληση του οφειλέτη, άρα η κατ’ άρθρο 72 παρ. 1 ν. 4194/2013 αυξημένη δικηγορική αμοιβή δεν «επιβαρύνει» (κατά την έννοια των άρθρων 932, 975 ΚΠολΔ) εν τέλει μόνο το δύστροπο καθ’ ου η εκτέλεση, όπως έχει καθιερωθεί να αποδίδεται ως η ratio της ως άνω διάταξης, αλλά ακόμη και εκείνον που είτε είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί προς την εκτελεστή δικαστική απόφαση, χωρίς την άσκηση ένδικων βοηθημάτων, αλλά δεν πρόλαβε, για οποιοδήποτε λόγο, να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής, είτε αδυνατεί για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. οικονομική αδυναμία) να συμμορφωθεί. Δηλαδή ο οικονομικά αδύναμος οφειλέτης ή εκείνος, που απλά δεν πρόλαβε να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής, ούτε ενθαρρύνεται ούτε αποθαρρύνεται με την ελεγχόμενη διάταξη, διότι πολύ απλά δεν μπορεί να πράξει αλλιώς, δεν έχει δυνατότητα εναλλακτικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω το ως άνω μέτρο κρίνεται μη αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, στο βαθμό που το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, με τη θέσπιση π.χ. ενός πλαισίου, εντός του οποίου μπορεί να κυμανθεί η - έχουσα με τον τρόπο αυτό χαρακτήρα ποινής - δικηγορική αμοιβή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, ήτοι στις ποινές τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ και στις χρηματικές ποινές των άρθρων 946, 947, 950 ΚΠολΔ (που πάντως προϋποθέτουν προηγούμενη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και δυστροπία). Τέλος, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 κρίνεται μη αναλογική εν στενή έννοια, διότι δεν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία και συνάφεια προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς η «βλάβη» του καθ’ ου η εκτέλεση, δηλαδή η οικονομική του επιβάρυνση, ως μέτρο αποθάρρυνσης της μη άμεσης συμμόρφωσής του προς τη δικαστική απόφαση, συνδέεται και καταλήγει να είναι «ωφέλεια», όχι του Ελληνικού Δημοσίου, για την απασχόληση των δικαστηρίων, ή του ίδιου του επισπεύδοντος, για την καθυστερημένη ικανοποίηση της αξίωσής του (σκοπός που υπηρετείται άλλωστε σε περίπτωση χρηματικής οφειλής με τους τόκους υπερημερίας και επιδικίας), αλλά του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος, και μάλιστα υπέρμετρη, με τη θέσπιση δικαιώματος λήψης αμοιβής για μια υπηρεσία, που στην ελεγχόμενη περίπτωση της σύνταξης επιταγής είναι (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων που μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη διάταξη του άρθρου 58 ν. 4194/2013) εύκολη και σύντομη. Και όλα αυτά βεβαίως ενώ με βάση άλλες διατάξεις (άρθρα 932, 975, 1007 ΚΠολΔ) τελικά η δυσανάλογη αυτή αμοιβή προφανώς θα μετακυλιστεί στον καθ’ ου η εκτέλεση και θα εισπραχθεί αναγκαστικώς μαζί με τα έξοδα του πλειστηριασμού από το πλειστηρίασμα. Εξάλλου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013, στο μέτρο που με αυτή το Κράτος παρεμβαίνει στην ιδιωτική οικονομία για να ορίσει τις ελάχιστες (νόμιμες) δικηγορικές αμοιβές, κρίνεται αντίθετη και στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με τη ρύθμιση αυτή εξισώνονται και αντιμετωπίζονται με όμοιο τρόπο ουσιωδώς ανόμοιες περιπτώσεις καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων δίκαιης νομοθέτης, με αποτέλεσμα, ιδίως σε περιπτώσεις ολικής νίκης και ήττας, να επιβάλλονται στο διάδικο αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις, με τη χρήση μάλιστα άσχετων κριτηρίων (καθορισμός της δικηγορικής αμοιβής όχι βάσει των χαρακτηριστικών της αντίστοιχης υπηρεσίας αλλά βάσει των αποδοτέων στο διάδικο εξόδων της κύριας δίκης), και να προκαλείται ανισότητα και έντονα άδικη μεταχείριση του διαδίκου, ο οποίος θα υποχρεωθεί να δαπανήσει για τη δικηγορική αμοιβή της πρώτης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που θα έχει υποχρεωτικά δαπανήσει για τη διεξαγωγή ολόκληρης της δίκης, ανεξάρτητα από το αν εν τέλει θα αποδοθεί από τον αντίδικό του η εν λόγω αμοιβή, κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο. Αλλά και ο ηττηθείς διάδικος αντιμετωπίζεται με άνισο και άδικο τρόπο, αφού θα οφείλει στον αντίδικό του για μία και μόνη εύκολη και σύντομη ενέργεια, ήτοι τη σύνταξη της επιταγής, το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που θα οφείλει για τη διεξαγωγή όλης της δίκης. Ειδικότερα, το Κράτος, μέσω της διοικητικής θέσπισης ελάχιστων αμοιβών δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών, μηχανικών κ.ο.κ. και υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου, υποχρεώνει το διάδικο να καταβάλει, είτε ως νικητής είτε ως ηττηθείς, για τα έξοδα που απαιτούνται για την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου, μέσω της διεξαγωγής ολόκληρης της δίκης, τα οποία εκτός από την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου - για εργασία μάλιστα πολύ ανώτερη από τη σύνταξη μιας επιταγής, τόσο επιστημονικά όσο και εξ απόψεως απαιτούμενου για κάθε είδους δικαστικές ενέργειες χρόνου περιλαμβάνουν και το δικαστικό ένσημο, την αμοιβή του πραγματογνώμονα, την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή κλπ., το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που τον υποχρεώνει να καταβάλει για την αμοιβή αποκλειστικά και μόνο του δικηγόρου του επισπεύδοντος για την πρώτη πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης του εκτελεστού τίτλου, που προέκυψε από την κύρια δίκη, ήτοι τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, δηλαδή μια εργασία (κατά κανόνα) εύκολη και σύντομη, επιβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δεύτερη περίπτωση μια αδικαιολόγητα υψηλή επιβάρυνση, με τη χρήση μάλιστα ενός άσχετου κριτηρίου (τα έξοδα της κύριας δίκης), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και τα ουσιωδώς και προδήλως ανόμοια χαρακτηριστικά των δύο περιπτώσεων. Τέλος, ενόψει του νομοθετικού κενού λόγω της κατά τα ως άνω αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 72 παρ.1 του ν. 4194/2013, εφαρμοστέα τυγχάνει αναλογικά η διάταξη του άρθρου 59 παρ.3 του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με το Παράρτημα I (περιπτώσεις Δ και ΣΤ) του ίδιου νόμου, που προβλέπουν αμοιβή του δικηγόρου ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του (ΜΠρΠατρ 353/2020, ΜΠρΤρικ 109/2020, ΜΠρΑθ 344/2019, στην ΤΝΠ Νόμος, πρβλ.ΜΕφΘεσ 187/2018, ΤΝΠ Νόμος, διαφορετικά ΜΕφΠειρ 135/2019, ΜΠρΘεσ 10453/2020, ΜΠρΑθ 19/2018, ΜΠρΠειρ 42/2018, στην ΤΝΠ Ισοκράτης).

Στην προκείμενη περίπτωση το ανακόπτον με το δεύτερο λόγο της ανακοπής ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ων η ανακοπή, με την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή, το επέταξαν να καταβάλει ως αμοιβή του δικηγόρου-πρώτου των καθ’ ων η ανακοπή για τη σύνταξη της εν λόγω επιταγής το ποσό των 6.000 ευρώ, που είναι ίσο με το ποσό των δικαστικών εξόδων, τα οποία, με την αποτελούσα τον εκτελεστό τίτλο υπ' αριθμό 203/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, επιβλήθηκαν σε βάρος του ανακόπτοντος και αποτελούν τη μόνη απαίτηση, για την οποία επισπεύδεται με την ίδια απόφαση αναγκαστική εκτέλεση. Ότι η επιταγή αυτή κατά το μέρος της, με το οποίο επιτάσσεται το ανακόπτον να καταβάλει ως αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξή της ποσό μεγαλύτερο των 5.950 ευρώ πρέπει να ακυρωθεί, γιατί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 του ν. 4194/2013 δικαίωμα των επισπευδόντων την εκτέλεση-καθ’ ων η ανακοπή να αξιώσουν την καταβολή τέτοιου ύψους αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση αντίκειται στα άρθρα 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το ύψος της αιτούμενης αμοιβής είναι άκρως δυσανάλογο σε σχέση με την παρασχεθείσα για τη σύνταξη της επιταγής εργασία, η υψηλή αυτή αμοιβή συνιστά αδικαιολόγητη υψηλή επιβάρυνση του οφειλέτη, όπως εδώ του ανακόπτοντος και καθορίστηκε με χρήση του άσχετου κριτηρίου του ύψους των επιδικασθέντων εξόδων, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα ουσιωδώς ανόμοια χαρακτηριστικά των δύο περιπτώσεων, ενώ, επίσης, το θεσπιζόμενο με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 του ν. 4194/2013 μέτρο είναι μη αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου δι’ αυτής σκοπού, ο οποίος θα μπορούσε να πραγματωθεί με τη θέσπιση ενός πλαισίου, εντός του οποίου θα μπορούσε να κυμανθεί η αιτούμενη δικηγορική αμοιβή, ανάλογα και με το ύψος της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση και η οποία (απαίτηση), στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ίση με το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο ζητείται και ως αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής. Με βάση το ιστορικό αυτό, το ανακόπτον ζητεί να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση κατά το ποσό των 5.950 ευρώ, γιατί ανέρχεται μόνο στο ποσό των 50 ευρώ η αμοιβή που αναλογεί στο συντάκτη της δικηγόρο, ενόψει της επιστημονικής του εργασίας, του είδους της υπόθεσης και του χρόνου που απαιτήθηκε για τη σύνταξή της. Ο προαναφερόμενος λόγος της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται πιο πάνω στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρα 336 παρ. 4 και 591 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ... ... του ... και η σύζυγός του ... ..., το γένος ... ... (ήδη εδώ δεύτερη των καθ’ ων η ανακοπή), είχαν καταρτίσει με το ανακόπτον την από 19.9.2000 πιστωτική σύμβαση, με την οποία τους χορηγήθηκε πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό. Μετά από αίτηση του ανακόπτοντος εκδόθηκε κατά των δύο πιστούχων, με επικαλούμενη αιτία οφειλής τους από την ανωτέρω πιστωτική σύμβαση, η υπ’ αριθμό 399/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι δύο πιστούχοι να καταβάλουν στο ανακόπτον, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 369.042,48 ευρώ, πλέον τόκων από 7.5.2015 και δικαστικών εξόδων ποσού 11.000 ευρώ. Οι πιστούχοι άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 25.11.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../26.11.2015 ανακοπή και τους από 2.12.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2.12.2016 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους και ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο αυτό με την υπ’ αριθμό 502/2017 απόφασή του, κατά της οποίας οι δύο πιστούχοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 13.11.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης γενικό και ειδικό .../.../16.11.2017 έφεση, πριν τη συζήτηση της οποίας ο εκκαλών ... ... απεβίωσε, η δίκη διακόπηκε για την αιτία αυτή και ακολούθως συνεχίστηκε με δήλωση επανάληψης από τις μόνες κληρονόμους του αποβιώσαντος, ήτοι τη σύζυγό του ... ... (εδώ δεύτερη καθ’ ης η ανακοπή) και τη θυγατέρα του ... ... . Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ’ αριθμό 203/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη υπ’ αριθμό 399/2015 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδίκη Χαλκίδας, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και ειδικότερα επειδή κρίθηκε ότι ναι μεν είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση πίστωσης ότι θα αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας από τα αποσπάσματα των βιβλίων της, αλλά στην αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής επισυνάφθηκαν μόνο τα αποσπάσματα, που εμφάνιζαν την κίνηση του τηρηθέντος στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης λογαριασμού, μόνο για το χρονικό διάστημα από 25.6.2008 μέχρι το οριστικό κλείσιμό του και δεν επισυνάφθηκαν και τα αποσπάσματα με την κίνηση του λογαριασμού κατά το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης μέχρι την 25η.6.2008. Με την ίδια απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας καταδικάστηκε το εφεσίβλητο-ανακόπτον πιστωτικό ίδρυμα, ως ηττηθέν στη δίκη, να καταβάλει στις δύο εκκαλούσες (... ... και ... ...) το ποσό των 6.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Οι δύο τελευταίες κατάρτισαν ακολούθως την από 2.12.2020 έγγραφη σύμβαση με το δικηγόρο ... ... του ..., ήδη εδώ πρώτο καθ’ ου η ανακοπή, με την οποία (σύμβαση) του εκχώρησαν την κατά του πιστωτικού ιδρύματος (εδώ ανακόπτοντος) ισόποση με 6.000 ευρώ προαναφερόμενη απαίτησή τους για τα δικαστικά έξοδα. Στις 12.4.2021 και χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, τους οποίους δεν αρνούνται οι καθ’ ων η ανακοπή, να έχει γίνει κάποια προσπάθεια για εκούσια συμμόρφωσή του ή να έχει προηγηθεί επίδοση σ’ αυτό της ανωτέρω υπ’ αριθμό 203/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, του επιδόθηκε αφενός η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση ανακοπή επιταγή προς εκτέλεση, γραμμένη κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου της ίδιας απόφασης και αφετέρου η προαναφερόμενη έγγραφη σύμβαση εκχώρησης, συντελεσθείσας έτσι και της αναγγελίας της γενόμενης εκχώρησης και έκτοτε ο εκδοχέας κατέστη έναντι όλων δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης για καταβολή των επιδικασθέντων με την απόφαση δικαστικών εξόδων ποσού 6.000 ευρώ (άρθρο 460 ΑΚ, Α.Κρητικός, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 460 αριθ.24). Η κατά τα ανωτέρω επιδοθείσα στο ανακόπτον, την 12η.4.2021, επιταγή προς εκτέλεση είναι υπογεγραμμένη από το συντάκτη της προαναφερόμενο δικηγόρο ... ... του ..., δηλαδή τον εδώ πρώτο καθ’ ου η ανακοπή και εκδοχέα της απαίτησης των επιδικασθέντων με την εκτελούμενη δικαστική απόφαση δικαστικών εξόδων, ο οποίος και επιτάσσει με την ίδια επιταγή το ανακόπτον πιστωτικό ίδρυμα να του καταβάλει «υπό την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου της ... ... του ...», ήτοι της προαναφερόμενης ... ..., δεύτερης των καθ’ ων η ανακοπή, «και δυνάμει της συγκοινοποιούμενης από 02.12.2020 Σύμβασης Εκχώρησης Δικαστικής Δαπάνης» τα εξής ποσά: «1. Για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 6.000 ευρώ. 2. Για σύνταξη της παρούσης επιταγής ευρώ 6.000,00, πλέον Φ.Π.Α. (άρθρο 72 παρ.1 Κωδ.Δικ.). 3. Για παραγγελία προς επίδοση, καθώς και επίδοση της παρούσης ευρώ 50,00 ευρώ, και όλα τα ανωτέρω ποσά έντοκα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφλησή της». Συνεπώς, το ανακόπτον πιστωτικό ίδρυμα, για την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, προς ικανοποίηση της, μόνης απορρέουσας από την αποτελούσα τον εκτελεστό τίτλο απόφαση, οφειλής του ύψους μόνο 6.000 ευρώ, επιτάχθηκε να καταβάλει ως αμοιβή του συντάκτη της επιταγής δικηγόρου το ποσό των 6.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ποσού 1.440 ευρώ με βάση τον ισχύοντα, ποσοστού 24%, αντίστοιχο συντελεστή), προσδιορίστηκε δε η αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής στο προαναφερόμενο ποσό των 6.000 ευρώ, επειδή εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 του ν.4194/2013 και είχαν οριστεί, με την εκτελούμενη απόφαση, τα δικαστικά έξοδα στο ποσό των 6.000 ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε και για τους αναφερόμενους εκεί λόγους, η διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 72 παρ.1 του ν.4194/2013 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τα συνοδεύοντα την προκείμενη περίπτωση περιστατικά, δεδομένου ότι το επιτασσόμενο εδώ ποσό των 6.000 ευρώ ως αμοιβή του συντάκτη δικηγόρου της επιταγής, η οποία είναι συνηθισμένη, τυπική και συνοπτική, μη απαιτούσα για τη σύνταξή της πνευματική καταπόνηση και διάθεση πολύ χρόνου, είναι δυσανάλογο προς την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης και το χρόνο που απαιτήθηκε για τη σύνταξή της (πρβλ. ΑΠ 1518/2018 ΤΝΠ Ισοκράτης), επιβαρύνει αδικαιολόγητα το τελούν υπό ειδική εκκαθάριση ανακόπτον χωρίς να αποτελεί πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν.4194/2013 ως άνω σκοπού και δεν καθορίστηκε με αξιολογικά κριτήρια, αλλά με μόνο το ύψος των ορισθέντων με την εκτελούμενη απόφαση δικαστικών εξόδων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκκαλούντων για μείζονος εύρους επιστημονική της εργασία (σύνταξη έφεσης, σύνταξη προτάσεων, παράσταση), αλλά και τα λοιπά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι εκκαλούντες για τη διεξαγωγή της δίκης (αμοιβές για επιδόσεις δικογράφων, συλλογή αποδεικτικών εγγράφων κλπ.). Ενόψει του, λόγω των προαναφερόμενων, ανακύπτοντος νομοθετικού κενού, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 59 παρ.3 σε συνδυασμό με το Παράρτημα I (περ. Δ και ΣΤ) του ν. 4194/2013. Επομένως, η για τη σύνταξη της ανακοπτόμενης επιταγής προς εκτέλεση νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου που τη συνέταξε, ενόψει της έκτασής της (μία σελίδα] καθώς και του ότι αυτός απασχολήθηκε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, για μία ώρα, ανέρχεται στο ποσό των 80 ευρώ, πλέον Φ.Π. Α. ίσου με 19,20 ευρώ. Η αμοιβή αυτή είναι ανάλογη με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, το χρόνο που απαιτήθηκε και τις προαναφερόμενες λοιπές ειδικότερες περιστάσεις που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο δεύτερος λόγος της ανακοπής και να ακυρωθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση και ειδικότερα πρέπει να ακυρωθεί αυτή κατά το ποσό των 5.920 ευρώ (πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α.) του κονδυλίου των 6.000 ευρώ (6.000-80=5.920), το οποίο επιτάσσεται με την επιταγή αυτή να καταβάλει το ανακόπτον ως (καθαρή) αμοιβή του δικηγόρου-πρώτου καθ’ ου η ανακοπή για τη σύνταξή της. Εξάλλου, μετά την παραδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής ως κατ’ ουσίαν βάσιμου κατά το προαναφερόμενο μέρος του, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου της ανακοπής, με το οποίο το ανακόπτον, για την περίπτωση απόρριψης του δεύτερου λόγου ανακοπής, ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση κατά το ήμισυ του κονδυλίου των 6.000 ευρώ, που αυτό επιτάσσεται να πληρώσει ως αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτό επιβάλλεται λόγω του ότι οι δικαιούχοι της απαίτησης των δικαστικών εξόδων είναι δύο και επομένως καθεμία από αυτές μπορούσε να ζητήσει ως αμοιβή του δικηγόρου που συνέταξε την επιταγή της, ποσό ίσο με το ήμισυ των δικαστικών εξόδων. Άλλωστε, ο συντάκτης της επιταγής δικηγόρος, ως εκδοχέας της απαίτησης των δικαστικών εξόδων, κατέστη πλέον, όπως πιο πάνω έχει αναφερθεί, ο μόνος φορέας της απαίτησης αυτής μετά την εκχώρησή της και την αναγγελία της εκχώρησης και, συνεπώς, αυτός δικαιούται να απαιτήσει ο ίδιος εκτός από την καταβολή της απαίτησης των δικαστικών εξόδων και την αμοιβή του για τη σύνταξη της αντίστοιχης επιταγής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση, γιατί το δικαίωμα του δανειστή προς πραγμάτωση της αξίωσής του με τον τρόπο αυτό ανάγεται στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 939/2019, ΑΠ 330/2019, στην ΤΝΠ Ισοκράτης), η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 524/2020, ΑΠ 460/2019, ΑΠ 291/2018, στην ΤΝΠ Ισοκράτης). Έτσι, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος σε συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική η άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται αυτή και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του. Δεν συμβαίνει αυτό, όμως, όταν ο δανειστής, ασκώντας δικαίωμά του, επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 527/2015, ΑΠ 1505/2014, ΜΕφΛάρ 317/2020, στην ΤΝΠ Ισοκράτης).

Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ων η ανακοπή επέσπευσαν σε βάρος του την ανωτέρω αναφερόμενη αναλυτικά διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, καταχρηστικά, γιατί προέβησαν στην επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής προς εκτέλεση, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε προσπάθεια από τον πρώτο από αυτούς για οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ τους ώστε τα επιδικασθέντα με την υπ’ αριθ.203/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας δικαστικά έξοδα να καταβληθούν χωρίς να αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση ούτε προηγήθηκε κοινοποίηση της απόφασης για να λάβει γνώση αυτής το ανακόπτον ούτε διατύπωσε ο πρώτος των καθ’ ων η ανακοπή πρόθεση ότι θα προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, το έπραξε δε αυτό μεθοδευμένα με στόχο να εισπράξει το ποσό της αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής με αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση του ανακόπτοντος, με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική όλη η επιταγή και να πρέπει να ακυρωθεί για την αιτία αυτή στο σύνολό της. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα από το ανακόπτον πιστωτικό ίδρυμα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την ενέργεια των καθ’ ων η ανακοπή ούτε ειδικότερα του πρώτου από αυτούς να επισπεύσει σε βάρος του ανακόπτοντος αναγκαστική εκτέλεση εκφεύγουσα των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός τους, αφού ως τέτοια δεν δύναται να θεωρηθεί η μη προηγούμενη της επίδοσης της επιταγής όχληση του ανακόπτοντος ή η μη προηγούμενη ενημέρωσή του ότι θα επακολουθήσει αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, στην οποία από τότε που δημοσιεύθηκε εδικαιούτο να έχει πρόσβαση και το ανακόπτον, το οποίο δεν επικαλείται ότι έστω μετά την επίδοση της ανακοπτόμενης επιταγής επέδειξε εμπράκτως πρόθεση καταβολής του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ως δικαστικά έξοδα ποσού των 6.000 ευρώ ή ότι προέβη σε ενέργειες ρύθμισης της πληρωμής του ποσού αυτού έστω, αλλά οι καθ’ ων η ανακοπή αδικαιολόγητα αρνήθηκαν την καταβολή του ίδιου ποσού, ούτε επικαλείται ότι οι τελευταίοι, με συγκεκριμένη συμπεριφορά τους, του δημιούργησαν τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους από την εκδοθείσα απόφαση, ώστε η ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης να του προκαλεί δυσανάλογες συνέπειες, σε σχέση μ’ αυτές που θα υφίσταντο οι καθ' ων η ανακοπή, εάν δεν ασκούσαν το δικαίωμά τους.

Κατά συνέπεια όλων των προαναφερόμενων, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί κατά ένα μέρος η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση και μάλιστα κατά το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (5.920) ευρώ (πλέον του αναλογούντος στο ποσό αυτό Φ.Π.Α.), που αφορά το κονδύλιο των 6.000 ευρώ (6.000-80=5.920), το οποίο επιτάσσεται με την επιταγή αυτή να καταβάλει το ανακόπτον ως αμοιβή του δικηγόρου (πρώτου καθ’ ου η ανακοπή) για τη σύνταξη της ίδιας επιταγής προς εκτέλεση. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό ,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή κατά ένα μέρος.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ κατά ένα μέρος την από 9.4.2021 επιταγή προς εκτέλεση, που έχει γραφεί κάτω από αντίγραφο απογράφου της υπ’ αριθμό 203/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας (τακτική διαδικασία) και επιδόθηκε στο ανακόπτον πιστωτικό ίδρυμα την 12η.4.2021, και ειδικότερα (ακυρώνει την επιταγή αυτή) ως προς το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (5.920) ευρώ (πλέον του αναλογούντος στο ποσό αυτό Φ.Π.Α.), που αφορά στο κονδύλιο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της ίδιας επιταγής προς εκτέλεση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Χαλκίδα, την 5η Αυγούστου 2021, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

10/3/21

ΜΠρΘεσ 4620/2020: Διάρκεια συμφωνίας συζύγων για τα ανήλικα τέκνα σε περίπτωση συμβολαιογραφικής λύσης του γάμου

 

Σε περίπτωση ύπαρξης ανήλικων τέκνων, πέραν της έγγραφης συμφωνίας για τη λύση του γάμου, απαιτείται και η προσκομιδή έγγραφης συμφωνίας για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των τέκνων, η οποία επικυρώνεται από τον συμβολαιογράφο και ισχύει τουλάχιστον για δύο έτη. Παρά την εν λόγω συμφωνία για τα τέκνα, ο γονέας δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο και πριν το πέρας της διετίας, το οποίο θα λάβει υπόψη την υπογραφείσα συμφωνία, χωρίς, όμως, να δεσμεύεται από αυτήν. Η συμφωνία των συζύγων για τα ανήλικα τέκνα έχει ορισμένη διάρκεια και συνεπώς αν παραλειφθεί για οποιονδήποτε λόγο ο καθορισμός του χρόνου ισχύος της συμφωνίας, αυτή θα ισχύει για μια διετία. Μετά τη λήξη ισχύος της ανωτέρω συμφωνίας είτε εκ του νόμου μετά την παρέλευση της διετίας είτε συνεπεία παρελεύσεως του ορισθέντος με την άνω συμφωνία μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος, εφόσον δεν έχει χωρήσει νέα συμφωνία των γονέων με την ίδια διαδικασία ενώπιον συμβολαιογράφου ή ρύθμιση των ανωτέρω ζητημάτων κατόπιν προσφυγής τους στο δικαστήριο, τα ως άνω ζητήματα τα συναπτόμενα με την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανηλίκων τέκνων καθίστανται αρρύθμιστα και οι γονείς έχουν πλέον από κοινού την άσκηση του συνόλου της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων τους, συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της επιμέλειας του προσώπου τους.
ΜΠρΘεσ 4620/2020, σε: ΕλλΔνη 6/2020

ΑΠ (Ποιν.) 559/2020 - Προϋποθέσεις αναστολής ποινής πράξεων τελεσθείσες έως 30-6-19

 Στην απόφαση ΑΠ (ποιν) 559/2020 κρίθηκε ότι στις περιπτώσεις εκδίκασης μετά την 1.7.2019 πράξεων που τελέστηκαν πριν τις 30.6.2019 έχει εφαρμογή το αντίστοιχο καθεστώς αναστολής που είναι ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο, και συγκεκριμένα (βλ. σχετικά Κ. Κοσμάτου, σε Σ. Παύλου/ Κ. Κοσμάτου, Οι ποινικές κυρώσεις στον νέο Ποινικό Κώδικα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 206):

α) Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής διατάσσεται με τις προϋποθέσεις του προϊσχύσαντος δικαίου (άρθρα 99, 100 και 100 Α ΠΚ/1950) σε ποινές φυλάκισης άνω των τριών και έως πέντε ετών, σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 2 παρ. 1 ΠΚ και 465 ΠΚ .

β) Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής διατάσσεται με τις προϋποθέσεις του ισχύοντος δικαίου (άρθρα 99 παρ. 1 και 2 ΠΚ) σε όλες τις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη, ακόμα και αν ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί προηγουμένως σε ποινή φυλάκισης πάνω από ένα έτος με μία ή με περισσότερες αποφάσεις.

15/2/21

Αντισυνταγματικότητα καθορισμού αμοιβής δικηγόρου για σύνταξη επιταγής ίσης με το ύψος της δικαστικής δαπάνης

Με την απόφαση 344/2019 Μον. Πρωτ. Αθηνών κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη του Κώδικα δικηγόρων περί καθορισμού αμοιβής δικηγόρου για σύνταξη επιταγής ίσης με το ύψος της δικαστικής δαπάνης. Το Δικαστήριο καθορίζει αμοιβή για σύνταξη μιας επιταγής το ποσόν των 80€ που αντιστοιχεί σε 1 ώρα χρονοχρέωσης. Λογικό και δίκαιο !

 ======================================

344/2019 ΜΠΡ ΑΘ (ΕΙΔΙΚΗ) ( ΤΝΠ Νόμος)
  

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή. Ο καθορισμός της στο ύψος της δικαστικής δαπάνης αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή. Προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού, εφόσον επιβαρύνει και τον οφειλέτη που έχει πρόθεση να συμμορφωθεί προς την εκτελεστή δικαστική απόφαση, ούτε και αναγκαία, καθώς το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και με ηπιότερα μέσα. Αντίθεση στη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθώς ο ηττηθείς διάδικος αναγκάζεται να καταβάλει, για μία σύντομη και εύκολη ενέργεια, ποσό ίσο με εκείνο που οφέιλει για τη διεξαγωγή ολόκληρης της δίκης.

  

Αριθμός Απόφασης

344/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Χριστόφορο Μάρκου, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του σας 29 Ιανουάριου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: ........... ΣΥΖ. .............., το γένος ..................., κατοίκου Καλλιθέας Ατπκής, οδός .......... αρ. ........., με Α.Φ.Μ. ...........,η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ισαάκ Γεροντίδη.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) ..................του .........., κατοίκου Καλαμάτας Μεσσηνίας, οδός ..................... αρ. .... με Α.Φ.Μ. ............ και 2) ........... του .........., κατοίκου Σπάρτης Λακωνίας, οδός .......... αρ. ..., με Α.Φ.Μ. ............, οι οποίοι παραστάθηκαν δια τού πληρεξούσιου δικηγόρου τους Στέφανου Βρεττάκου.

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 30-5-2017 ανακοπή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αρ. κατ. δικ. ........./1-6- 2017, προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 16-1-2018 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο οι διάδικοι εμφανίστηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και ας προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 τόυ Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να ας επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα ανατιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο, σύμφωνα με την υπέρ αυτού συνταγματική επιφύλαξη, σε αντιδιαστολή με το δικαστή, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αποφατική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (ΟλΑΠ 6/2009, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 5/2013, ΟλΑΠ 271/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου η κατά το άρθρον 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ισότητα όλων των Ελλήνων έναντι του νόμου, η οποία αφορά όχι μόνον την εφαρμογή αλλά και τη θέσπιση του νόμου, περιορίζει τον νομοθέτη κατά την ρύθμιση των εννόμων σχέσεων των πολιτών και επιβάλλει σε αυτόν την υποχρέωση επί συσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων να μη νομοθετεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εισάγει εξαιρέσεις ή να κάνει εν γένει διακρίσεις. Επιπλέον αποκλείει από τον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα όμοιας ρύθμισης ανόμοιων περιπτώσεων, η οποία οδηγεί σε ανισότητες, όταν η όμοια ρύθμιση ανόμοιων περιπτώσεων δεν επιβάλλεται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 690/1983, ΝοΒ 1984. 277). Στην πραγματικότητα η αρχή της ισότητας των ανθρώπων είναι αρχή της ίσης μεταχείρισης των ανθρώπων και ίση μεταχείριση σημαίνει μεταχείριση χωρίς προσωπικές προκαταλήψεις και διακρίσεις, το σημείο αναφοράς δεν είναι πια κατ’ ανάγκη ο άνθρωπος καθ’ εαυτός, αλλά η υπό ρύθμιση ή κρίση περίπτωση. Η αρχή της ισότητας σημαίνει πια (θετικά) την επιταγή της απρόσωπης και αντικειμενικής κρίσης και (αποθετικά) την απαγόρευση κάθε αυθαίρετης διάκρισης, κάθε διάκρισης δηλαδή που στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια και αγνοεί την ουσιώδη ομοιότητα των υπό ρύθμιση ή κρίση περιπτώσεων. Από την άλλη πλευρά απαγορεύεται η ίση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων περιπτώσεων, γιατί και αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα αυθαίρετη μεταχείριση, αφού αγνοεί υφιστάμενα ή στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια (Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τομ. Β’ αρ. 1366 και 1367). Η παραβίαση της αρχής της ισότητας ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Κατά τον έλεγχο αυτόν, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ` αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης, ή η κατ` εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση, μπορεί βέβαια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες, συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, και στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται. Πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρύθμισης να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προύφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και τηναυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση άλως τυπικά ή συμπωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 14, 578, 674/2009, ΣτΕ 2153/1989, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

II. Επειδή η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζει τα εξής: «Αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση. 1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Η ratio της ρύθμισης αυτής δεν εκφράζεται μεν πανηγυρικά στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4194/2013, έχει όμως ήδη εντοπισθεί τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία στη «βούληση του νομοθέτη να λειτουργήσει αυτή η διάταξη ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση». Υπό το πρίσμα των ανωτέρω υποστηρίζεται, ότι «η αύξηση της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή αποβλέπει στην πάταξη της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, της παρέλκυσης των δικών και της στρεψόδικης μη συμμόρφωσης προς τα επιτασσόμενα από τις δικαστικές αποφάσεις. Εντάσσεται δηλαδή σε μια σειρά από επανειλημμένες νομοθετικές παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν με διάφορους νόμους μετά το 2011 στην Ελλάδα, όπως π.χ η αύξηση των ποινών τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ από 150- 880 € σε 1.000 - 2.500 € με του ν. 4335/2015, η καθιέρωση αυστηρότερων επιταγών προς καλόπιστη διεξαγωγή της δίκης κατ` άρθρο 116 ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015, η αύξηση του ανώτατου ορίου της χρηματικής ποινής των άρθρων 946, 947, 950 ΚΠολΔ από 5.900 € σε 50.000 € με τον ν. 3994/2011, η αύξηση του [ανώτατου] ορίου της χρηματικής ποινής των άρθρων 947 και 950 σε 100.000 € με τον ν. 4335/2015, η καθιέρωση παραβολών προς άσκηση ενδίκου μέσου (495§ 4 ΚΠολΔ) με τον ν. 4055/2012, την καθιέρωση υποχρεωτικής προδικασίας διαμεσαλάβησης με τον ν. 4512/2018 σε ευρύ κύκλο διαφορών, τη θέσπιση του ειδικού επιτοκίου επιδικίας προσαυξημένου κατά 2% και 3% κατά περίπτωση με τον ν. 4055/2012» (Π. Γιαννόπουλος, ΕΠολΔ 2017, σελ. 550, Σ. Σταματόπουλος, ΕλλΔνη 2018. 389 και ιδίως 391 επ.). Ωστόσο η ως άνω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013, στο μέτρο που με αυτήν επιδιώκεται η ενθάρρυνση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο, ως εκτίθεται στην υπ’ αρ. I μείζονα σκέψη της παρούσας, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιοσδήποτε κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, η θέσπιση υψηλής ελάχιστης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, καθ’ όσον η κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ σύνταξη και επίδοση επιταγής προς εκτέλεση δεν προϋποθέτει προηγούμενη όχληση του

οφειλέτη, άρα η κατ’ άρθρο 72 παρ. 1 ν. 4194/2013 αυξημένη δικηγορική αμοιβή δεν «επιβαρύνει» (κατά την έννοια των άρθρων 932, 975 ΚΠολΔ) εν τέλει μόνον το δύστροπο καθ’ ου η εκτέλεση, όπως έχει καθιερωθεί να αποδίδεται ως η ratio της ως άνω διάταξης, αλλά ακόμη και εκείνον που είτε είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί προς την εκτελεστή δικαστική απόφαση, χωρίς την άσκηση ένδικων βοηθημάτων, αλλά δεν πρόλαβε, για οποιοδήποτε λόγο, να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής, είτε αδυνατεί για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. οικονομική αδυναμία) να συμμορφωθεί. Με άλλες λέξεις ο οικονομικά αδύναμος οφειλέτης ή εκείνος που απλά δεν πρόλαβε να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής ούτε ενθαρρύνεται ούτε αποθαρρύνεται με την ελεγχόμενη διάταξη, διότι πολύ απλά δεν μπορεί να πράξει αλλιώς, δεν έχει δυνατότητα εναλλακτικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω το ως άνω μέτρο κρίνεται μη αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, στο βαθμό που το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, με τη θέσπιση π.χ. ενός πλαισίου, εντός του οποίου μπορεί να κυμανθεί η - έχουσα με τον τρόπο αυτό χαρακτήρα ποινής - δικηγορική αμοιβή, όπως αντίθετα συμβαίνει σας περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, ήτοι σας ποινές τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ και στις χρηματικές ποινές των άρθρων 946, 947, 950 ΚΠολΔ (που πάντως προϋποθέτουν προηγούμενη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και δυστροπία). Τέλος η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013 κρίνεται μη αναλογική εν στενή έννοια, διότι δεν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία και συνάφεια προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς η «βλάβη» του καθ’ ου η εκτέλεση, δηλαδή η οικονομική του επιβάρυνση, ως μέτρο αποθάρρυνσης της μη άμεσης συμμόρφωσής του προς τη δικαστική απόφαση, συνδέεται και καταλήγει να είναι «ωφέλεια», όχι του Ελληνικού Δημοσίου, για την απασχόληση των δικαστηρίων, ή του ίδιου του επισπεύδοντος, για την καθυστερημένη ικανοποίηση της αξίωσής του (σκοπός που υπηρετείται άλλωστε σε περίπτωση χρηματικής οφειλής με τους τόκους υπερημερίας και επιδικΐας), αλλά του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος, και μάλιστα υπέρμετρη, με τη θέσπιση δικαιώματος λήψης αμοιβής για μια υπηρεσία, που στην ελεγχόμενη περίπτωση της σύνταξης επιταγής είναι (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων που μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη διάταξη του άρθρου 58 ν. 4194/2013) εύκολη και σύντομη. Και όλα αυτά βεβαίως έχοντας κατά νου ο νομοθέτης, ότι η δυσανάλογη αυτή αμοιβή προφανώς θα μετακυλισθεί στον καθ’ ου η εκτέλεση και θα εισπραχθεί αναγκαστικός μαζί με τα έξοδα του πλειστηριασμού. Εξ άλλου η ως άνω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013, στο μέτρο που με αυτήν το Κράτος παρεμβαίνει στην ιδιωτική οικονομία για να ορίσει τις ελάχιστες (νόμιμες) δικηγορικές αμοιβές, κρίνεται αντίθετη και στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με τη ρύθμιση αυτή εξισώνονται και αντιμετωπίζονται με όμοιο τρόπο ουσιωδώς ανόμοιες περιπτώσεις καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων δίκαιης νομοθέτης, με αποτέλεσμα, ιδίως σε περιπτώσεις ολικής νίκης και ήττας, να επιβάλλονται στο διάδικο αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις, με τη χρήση μάλιστα άσχετων κριτηρίων (καθορισμός της δικηγορικής αμοιβής όχι βάσει των χαρακτηριστικών της αντίστοιχης υπηρεσίας αλλά βάσει των αποδοτέων στο διάδικο εξόδων της κύριας δίκης), και να προκαλείται ανισότητα και έντονα άδικη μεταχείριση του διαδίκου, ο οποίος θα υποχρεωθεί να δαπανήσει για τη δικηγορική αμοιβή της πρώτης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που θα έχει υποχρεωτικά δαπανήσει για τη διεξαγωγή ολόκληρης της δίκης, ανεξάρτητα από το αν εν τέλει θα αποδοθεί από τον αντίδικό του η εν λόγω αμοιβή, κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο. Αλλά και ο ηττηθείς διάδικος αντιμετωπίζεται με άνισο και άδικο τρόπο, αφού θα οφείλει στον αντίδικό του για μία και μόνη εύκολη και σύντομη ενέργεια, ήτοι τη σύνταξη της επιταγής, το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που θα οφείλει για τη διεξαγωγή όλης της δίκης. Ειδικότερα, το κράτος, μέσω της διοικητικής θέσπισης ελάχιστων αμοιβών δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών, μηχανικών κ.ο.κ. και υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου, υποχρεώνει το διάδικο να καταβάλει, είτε ως νικητής είτε ως ηττηθείς, για τα έξοδα που απαιτούνται για την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου, μέσω της διεξαγωγής ολόκληρης της δίκης, τα οποία εκτός από την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου - για εργασία μάλιστα πολύ ανώτερη από τη σύνταξη μιας επιταγής, τόσο επιστημονικά όσο και εξ απόψεως απαιτούμενου για κάθε είδους δικαστικές ενέργειες χρόνου περιλαμβάνουν και το δικαστικό ένσημο, την αμοιβή του πραγματογνώμονα, την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή κλπ., το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που τον υποχρεώνει να καταβάλει για την αμοιβή αποκλειστικά και μόνο του δικηγόρου του επισπεύδοντος για την πρώτη πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης του εκτελεστού τίτλου, που προέκυψε από την κύρια δίκη, ήτοι τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, δηλαδή μια εργασία (κατά κανόνα) εύκολη και σύντομη, επιβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δεύτερη περίπτωση μια αδικαιολόγητα υψηλή επιβάρυνση, με τη χρήση μάλιστα ενός άσχετου κριτηρίου (τα έξοδα της κύριας δίκης), χωρίς να λαμβάνονιαι υπ’ όψη οι ιδιαιτερότητες και τα ουσιωδώς και προδήλως ανόμοια χαρακτηριστικά των δύο περιπτώσεων. Τέλος εν όψει του νομοθετικού κενού λόγω της κατά τα ως άνω ανασυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013, εφαρμοστέα τυγχάνει αναλογικά η διάταξη του άρθρου 59 παρ. 3 ν. 4194/2013 σε συνδυασμό με το Παράρτημα I (Δ, ΣΤ) τού ν. 4194/2013.

Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα εκθέτει στην υπό κρίση ανακοπή της, ότι με τις από 10-5-2017 τρεις επιταγές προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφων των πρώτων εκτελεστών απογράφων της υπ’ αρ. 323/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, της υπ’ αρ. 153/2014 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και της υπ’ αρ. 227/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, επιτάχθηκε να καταβάλει στους καθ’ ων, μεταξύ άλλων, για αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους για τη σύνταξη των ως άνω επιταγών τα ποσά των 300 ευρώ, 450 ευρώ και 2.700 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία ισούνταν με το σύνολο των δικαστικών εξόδων που επιβλήθηκαν εις βάρος της από τα ως άνω δικαστήρια σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Όπ το δικαίωμα των καθ’ ων να αξιώσουν την απόδοση των ως άνω αμοιβών είναι καταχρηστικό, διότι υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό των διατάξεων των άρθρων 924, 932 και 975 ΚΠολΔ, που είναι η απόδοση των δαπανών, σας οποίες έχει υποβληθεί ο επισπεύδων, σας οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται τα ανωτέρω ποσά, τα οποία οι καθ’ ων προφανώς δεν οφείλουν στην πληρεξούσια δικηγόρο που υπέγραψε ας ως άνω επιταγές, καθ’ ότι τυγχάνει συγγενής τους. Εν όψει των ανωτέρω ζητούν να μειωθούν ως άνω αμοιβές στο προσήκον μέτρο, ήτοι σε 50 ευρώ για κάθε επιταγή και συνολικά 150 ευρώ, το οποίο έχει ήδη προσφέρει στους καθ’ ων και έχει μάλιστα καταθέσει στο Τ.Π.Δ., και συνακόλουθα να ακυρωθούν οι ανακοπτόμενες επιταγές κατά το υπερβάλλον συνολικό ποσό των (250 + 400 + 2.650=), 3.300 ευρώ, δεδομένου και ότι η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013, που ορίζει ότι «Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο», αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Με το ως άνω περιεχόμενο η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι κάθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (591, 614 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της τασσόμενης από το άρθρο 934 παρ. 1 α’ ΚΠολΔ προθεσμίας, δεδομένου ότι μετά την επίδοση των ανακοπτόμενων επιταγών και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής δεν ακολούθησε άλλη πράξη εκτέλεσης. Είναι νόμιμη ερειδόμενη στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 281 ΑΚ, 924, 932, 933, 975 ΚΠολΔ, θα πρέπει συνεπώς να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Επειδή από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είχαν μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο τη διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών, που αφορούσαν στα όρια και στο εμβαδόν των όμορων γεωτεμαχίων τους στο δήμο Ευρώτα Λακωνίας. Σχετικώς εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αρ. 323/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με τήν οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ανακόπτουσας κατά των καθ’ ων και επιβλήθηκαν εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων, τα οποία προσδιορίστηκαν στο ποσό των 300 ευρώ. Εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ’ αρ. 153/2014 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ανακόπτουσας, επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και επιβλήθηκαν εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων του β’ βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίστηκαν στο ποσό των 450 ευρώ. Τέλος εκδόθηκε η υπ’ αρ. 227/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης της ανακόπτουσας κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης και επιβλήθηκαν εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων, τα οποία προσδιορίστηκαν στο ποσό των 2.700 ευρώ. Ακολούθως στις 23-5-2017, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία όχληση της ανακόπτουσας εκ μέρους των καθ’ ων, επιδόθηκαν σε αυτήν σι από 10-5-2017 τρεις επιταγές προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφων εκ των α’ εκτελεστών απογράφων των ως άνω αποφάσεων, με τις οποίες αυτή επιτάχθηκε να καταβάλει στους καθ’ ων, μεταξύ άλλων, για αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους για τη σύνταξη των ως άνω επιταγών τα ποσά των 300 ευρώ, 450 ευρώ και 2.700 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία ισούνταν με το σύνολο των δικαστικών εξόδων που επιβλήθηκαν εις βάρος της από τα ως άνω δικαστήρια σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Ωστόσο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε και για τους αναφερόμενους εκεί λόγους, η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια εν όψει και του ανακύπτοντος νομοθετικού κενού εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 59 παρ. 3 σε συνδυασμό με το Παράρτημα I (περ. Δ, ΣΤ) του ν. 4194/2013. Επομένως, η νόμιμη δικηγορική αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των καθ’ ων για τη σύνταξη των ανακοπτόμενων, πανομοιότυπων κατά τα λοιπά, από 10-5-2017 τριών επιταγών προς εκτέλεση, για κάθε μία εκ των οποίων, εν όψει και της έκτασής τους (μία σελίδα εκάστη), η συντάξασα δικηγόρος απασχολήθηκε για μία ώρα, ανέρχεται στο ποσό των (80 X 3=) 240 ευρώ. Η εν λόγω αμοιβή είναι ανάλογη με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, το χρόνο που απαιτήθηκε, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, και τις ειδικότερες περιστάσεις που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή καί να άκυρωθούν εν μέρει οί ανακοπτόμενες από 10-5-2017 επιταγές: α) κατά το ποσό των (300- 80=) 220 ευρώ η από 10-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση, που γράφηκε κάτω από αντίγραφο τόυ υπ’ αρ. 35/2017 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αρ. 323/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, β) κατά το ποσό των (450-80=) 370 ευρώ η από 10-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση που γράφηκε κάτω: από αντίγραφο τόυ υπ’ αρ. 34/2017 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αρ. 153/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Σπάρτης και γ) κατά το ποσό των (2.700-80 =) 2.620 ευρώ η από 10-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση που γράφηκε κάτω από αντίγραφο του υπ’ αρ. 102/2017 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αρ. 227/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου. Τέλος πρέπει να επιβληθεί εις βάρος των ανακοπτόντων, λόγω της εν μέρει ήττας τους, ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (178, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

- ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή.

- ΑΚΥΡΩΝΕΙ εν μέρει α) την από 10-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση, που γράφηκε κάτω από αντίγραφο του υπ’ αρ. 35/2017 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αρ. 323/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης κατά το ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, β) την από 10-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση που γράφηκε κάτω από αντίγραφο του υπ’ αρ. 34/2017 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αρ. 153/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Σπάρτης κατά το ποσό των τριακοσίων εβδομήντα (370) ευρώ και γ) την από 10-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση που γράφηκε κάτω από αντίγραφο του υπ’ αρ. 102/2017 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αρ. 227/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου κατά το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων είκοσι (2.620) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος των καθ’ ων μέρος των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα χωρίς την παρουσία των διαδίκων στις 13-03-2019.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ